Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Η Φαίδρα Φις δεν είναι Ψάρι






Είμαι η Φαίδρα Φις και η μεγαλύτερη επανάστασή μου ως τώρα είναι το παραβάν με τ’αηδόνια τις κερασιές και τους κόκκινους δράκους που έχω στήσει στη μέση μιας υπερθετικής θάλασσας.Γονατισμένη εκεί βιώνω μεγάλα παραμύθια. Πιάνω το αριστερό μου χέρι το δαγκώνω μέχρι να βγει αίμα-τραγουδώ αργά το crystal ship.
Before you slip into unconsciousness I΄d like to have another kiss Another flashing chance at bliss Another kiss, another kiss The days are bright and filled with pain Enclose me in your gentle rain The time you ran was too insane Well meet again, well meet again Oh tell me where your freedom lies The streets are fields that never die deliver me from reasons why you'd rather cry, I'd rather fly The crystal ship is being filled A thousand girls, a thousand thrills a million ways to spend your time When we get back, Ill drop a line
Τις μέρες που νιώθω στιβαρή κι εγκρατής-λιγοστές-αρνούμαι να υποκύψω στην ολόκλειστη γοητεία του.Αρκούμαι στη ρίψη λευκών ροδοπέταλων μέσα σ’ένα πηγάδι.Κι ας το ξέρω πως πάντα έχει έτοιμες τις καλοστημένες ενοχοποιητικές του μηχανές που θα με συντρίψουν.Υπάρχουν όμως και μέρες,πίσω από το ίδιο παραβάν,μέσα στο ίδιο κατασκότεινο πηγάδι που έχω ρίξει και τη μισή μου ζωή και ολόκληρη τη μνήμη μου,με τον τρόπο που πέταγαν οι Λακεδαιμόνιοι τα σκάρτα παιδιά τους στον Καιάδα.
Μελετώ τους μύθους, τα τραύματα, τις γενέσεις το συνδυασμό και τις αναθυμιάσεις τους.Κάποτε μπερδεύομαι κι ανακατεύομαι.Εγώ με τον εαυτό μου.Εγώ με τους εαυτούς μου.Οι εαυτοί μου μεταξύ τους.Αγνοώ εν τέλει,σε ποιον υπάρχω,από ποιον αναχωρώ,σε ποιον λείπω,σε ποιον απλώς παρίσταμαι.
Ψάχνω πάντα για σημάδια που πιθανόν έχουν αφήσει έμψυχα και άψυχα.Είμαι αναμφισβήτητα μητέρα.Μέσα απ’το σπίτι μας περνάει πότε πότε ένα στρογγυλό καράβι που μας ανεφοδιάζει με τρόφιμα,καρτ-ποστάλ,κύματα,τόπους,πολιτείες,ποιήματα,αγάπες,ενοχές,ψέματα,μυστικά,όνειρα,λάθη και παραμύθια όπως υπογράμμισα στην αρχή.
Κάποιες νύχτες βρίσκω αντί για μένα,το παιδί μου πίσω από το παραβάν ασυνάρτητο να θρηνεί μ’έναν θρήνο παράξενο,να διαβάζει τον Προμηθέα Δεσμώτη με την ομπρέλα του ανοιγμένη και ν’ακούει τη Μαντάμ Μπάτερφλαι.
Τότε αγγίζω το χέρι του, το σέρνω τρυφερά έξω και μόνο τότε σταματάει το κλάμα του που συνεχίζεται αλλά σαν ανεξιχνίαστο παράπονο.Παίρνω τη θέση του μέσα και κοιτάζω από κει το ταβάνι.Στο μισόφωτο αυτό με πιάνει μια νοσταλγία για πράγματα που έχασα που ξέχασα που δεν θα γυρίσουν. Βγαίνω αυτόματα και με κλωτσιές ισοπεδώνω την αχρεία σκήτη.
Όταν γεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια, την πρώτη πρώτη στιγμή που άνοιξα τα μάτια μου και είδα κι άπλωσα το βλέμμα μου σ’ αυτόν τον Ήλιο, στη βορειοδυτική κορυφή του Δέλτα του Νείλου, σε μια στενή γλώσσα ξηράς, ήμουν η Φαίδρα Μπερν. Λίγο αργότερα από τότε και παρά τις αντίθετες προφητείες, το Μπερν, έγινε το θύμα του μεγάλου Φις, κι ενώ δεν κάηκα, απέκτησα ένα καινούριο, ολοφώτιστο όνομα.Ανάμεσα στα βήματα και στους οιωνούς μιας νέας διφορούμενης και κάθε άλλο παρά μακάριας ζωής.
Γεννήθηκα στον κήπο των βοτάνων, από μητέρα Ινδή και πατέρα Αιγυπτιώτη. Αντίκρισα, απέναντί μου τον πιο φωτεινό αν και αόρατο πύργο του κόσμου. Στον ουρανό και στον αέρα ανεμίζονταν βαμβάκια, πουλιά κελαηδούσαν ανέμελα ο αέρας πλημμυρισμένος από εξαίσια μυρωδιά καπνού.
Αυτό θυμάμαι, αν μπορώ να ισχυριστώ πως θυμάμαι κάτι. Ή εν πάση περιπτώσει, αυτό θα μου αρκούσε να θυμάμαι, από τη μέρα που γεννήθηκα, αν είχε ένα ίχνος αλήθειας.
Τα βότανα, ο πύργος, ο αέρας, ο ήλιος, τα πουλιά, η μυρωδιά του καπνού, ο Νείλος.
Τώρα που ψηλαφώντας τους τοίχους μου ανακαλύπτω ανεπαίσθητα ανάγλυφα-χαρακώνω τις ξύλινες πόρτες με τα νύχια, γράφοντας το ημερολόγιό μου.Κι αφού έχω ανακαλύψει πολλά και δύσκολα, σωριάζομαι λιπόθυμη στο πάτωμα, κατειλημμένη από εγχώριες εμμονές κι εμφύλιους πανάρχαιους φόβους.
Το παιδί με σηκώνει και με πηγαίνει στο κρεβάτι μου.Μου χαϊδεύει το μέτωπο.Μου ψιθυρίζει αργά το μοναδικό παραμύθι που θυμάται ολόκληρο για τη γοργόνα και το γλάρο και μ’αφήνει να κοιμηθώ ήσυχη,ήμερη και γαλήνια κάτω από τη σιγανή πικροβολή των ονείρων.
Είμαι η Φαίδρα Φις και συνήθως φεύγω, χάνομαι ή λιποθυμώ, όταν δεν έχω τίποτα καλύτερο να κάνω.
Τελευταία πιάνω το βλέμμα μου ν’ ακονίζεται σε όνειρα κι οράματα αιχμηρά, αθώες παγίδες αναμονών και προσδοκιών.
Μια νύχτα απ’αυτές της αληθινής ζωής μου συναντήθηκα με τον Οδυσσέα.Έπειτα απ’αυτή τη συνάντηση,τίποτα δεν είναι το ίδιο.Όλα άλλαξαν κι αλλάζουν.Οι δυο μας είμαστε ένα αυθαίρετο ποιητικό κείμενο για το συναισθηματικό περίβλημα των πράξεων.
Μου δείχνει τον εαυτό του από την ανάποδη,παρουσιάζοντας τις ραφές του.Δεν έπεσα πολύ έξω από εκείνο το πρόσωπο που μόνη μου εδώ και χρόνια και σπουδάζοντάς το είχα αναγνωρίσει.Μια σχέση διαρκώς διαμορφούμενη που συχνά δίνει αφορμές στο κατάφωρο-στο παράλογο.Διά γραφής.Διά λόγου.Διά ζώσης.
Επειδή πιστεύω πως υπάρχουν άπειροι συνδυασμοί μέσα μας που διαφοροποιεί ο ένας τον άλλον,τον μεταμορφώνει,τον αλλάζει,κάποτε με τέτοια ταχύτητα που δεν προλαβαίνουμε να μετράμε εαυτούς.Με ελάχιστους απ’αυτούς υπάρχει ουσιαστική ταύτιση.Τραυλίζουμε εικόνες σαν να’χουμε ανατραφεί με λάσπη.Μαζεύουμε γεμίζουμε ρυτίδες.Καλές και κακές ρυτίδες.Αν εξαιρούσα λίγες σπίθες διαύγειας,η ολοσχερής παράδοσή μας σε κάποιο μύθο με συνέπεια τον ποντισμό μας σ’αυτόν μας αφήνει κάτι σαν τικ ή μια κάποια μανία.Από το βύθισμά μας αυτό,από τα παρελθόντα ναυάγια,μας περισσεύουν συντρίμμια.Αυτά πρέπει να επιστρέψουν στον φάκελο των λησμονημένων κι αυτός να κλείσει οριστικά.Να πάνε στο βάθος του κάδου ή καλύτερα στη χωματερή και να καούν.Αλλιώς το δρασκέλισμα της οροφής είναι αδύνατο.Δύσκολα παραδεχόμαστε την ειλικρίνεια των πληγών μας.
Συχνά,φτάνουμε σ’αυτό το παράλογο όριο,το σημαδεμένο,το στεγνό,το ακαταλληλότερο για ρητορείες και αγορεύσεις και του οποίου εκθέτης είναι η εικονική ζωή.Δηλαδή το αντίθετο της ζώσας.
Ευτυχώς τα εγκεφαλικά κουβαλήματα επιτρέπουν την άσκηση για να μην εξαπολύεται η φαντασία σε αστόχαστες περιπλανήσεις.Ακόμη κι όταν ο τυχοδιωκτισμός αποτελεί μια στέρεη καταβολή μας.Ακόμη κι όταν στο παρελθόν παίζαμε μανικά εκείνο το παιχνιδάκι της παθιασμένης στρουθοκαμήλου.
Η συγκομιδή ήταν πάλι ερείπια.Λες και ταξίδεψαν μαζί μας στο χρόνο.Μαθαίνεις πάντως κι απ’αυτό.Δεν είναι ανώφελο.Μαθαίνεις να είσαι ευθύς μέχρι ωμότητας,ν’αποφεύγεις τις κομψές εκφράσεις που ηχούν κωμικές,να μην αποτείνεσαι σ’εκείνουν που αποζητούν δεκανίκια.Παλιότερα ίσως τρόμαζες από τα ζωντανά σώματα και επιχειρούσες το άφημα σε νεφελώδη ρηματικά κατάλοιπα που θέλουν να νανουρίζουν.Αφήνεσαι και σε μια μνήμη που σε θέλει υποτακτικό της.
Παραμελείς την ψυχή,την πεζοδρομείς ή την αφήνεις απέραντο έρημο κάμπο.Νευρωσικά σχεδόν εκεί αυτοεξορίζεσαι.
Αν είσαι τυχερός,πριν το βύθισμα στον πηχτό χυλό της μελαίνης χολής,λίγο πριν τη στιγμή που το χιόνι λιώνει στο χώμα και γίνεται ένας γλοιώδης πολτός,βάζεις το πεισματικό στοίχημα.Χρειάζεται όλη η σιωπή και όλο το σκοτάδι για ν’αρχίσεις ξανά τη φωτοσύνθεση.
Περνούν εποχές που όσο πιο ειλικρινής είσαι με τον εαυτό σου,τόσο πιο τραγέλαφο σε βλέπουν οι άλλοι.Δεν είναι ένα πράγμα απλό η ειλικρίνεια.
Προκειμένου να βρεις τον «τελειωμό του δρόμου»- το στόχο,λες θα περιπλανηθώ λίγο ακόμη πριν πάρω οριστικές αποφάσεις και εγκαταλείψω κάμποσα πράγματα.
Οι άνθρωποι άλλης φυλής-δεν κάνουν προσαρτήσεις-αναπτύσσουν αυτό που έχουν.
Το ποιοι είναι εκείνοι που ξέρουν τι έχουν ή που κατορθώνουν να μάθουν,είναι άλλο κεφάλαιο.Πάντως δεν είναι κακό ν’ανήκεις σε άλλη φυλή όσο παράτολμο και ν’ακούγεται ένα τέτοιο διακριτικό.Δαιμόνια που μας αποσπούν κάθε τόσο,με την τσιμπίδα τους, κι από μια μάσκα.Ένα ρούχο.Θα υπάρξουν φορές που θα νιώθεις τόσο ιδιόμορφο πλάσμα-σχεδόν θα μισηθείς από σένα-θα κοντοστέκονται και θα σε κοιτάζουν σαν εξωγήινο επιχειρώντας να ερμηνεύσουν το αλλόκοτο αντικείμενο.Αλλά η παραξενιά θα έχει διατρέξει ήδη το δικό σου μυαλό ως ακέραιος αισθηματισμός που θα σε ρωτάει επίμονα ενώ θα στέκεσαι στο μεταίχμιο της μεγάλης άρνησης ή της μεγάλης κατάφασης.Ποιος ξέρει αν θα πεις το δυσκολότερο ναι ή το δυσκολότερο όχι της ζωής σου.Ειδικά όταν ανήκεις στους διαταραγμένους που φέρουν μέσα τους αυτή την καταδίκη.Διατελείς ίσως καιρό ζόμπι,με σταματημένο χαμόγελο με αμετάβλητους νόμους κίνησης φθοράς χαράς ζωής.Κάθεσαι ώρες στα σκοτάδια ακούγοντας στοιχειωμένα πλάσματα να σου απαγγέλουν ποιήματα.Σαν παραμύθια.
Στο βάθος όμως του ασυνείδητου,του κοιμισμένου,κάτω από την επιφάνεια της ηρεμίας,αρχίζουν να σαλεύουν κάτι μικροί δαίμονες που ξεβολεύουν με τα φερσίματά τους.
Η συναισθηματική μου ανατροφή δεν θα έλεγα πως υπήρξε παράξενη,αλλά δεν νιώθω και ειδική να διαγνώσω αυτό ή το αντίθετό του.Γι’αυτό θα την περιγράψω.
Διύλιζα την πίκρα μου,ώρες ώρες τη χάιδευα μ’ευαίσθητη στοργή ή τη μεθούσα ψυχρά με μια ειλικρίνεια που ίσως δεν ήταν η αλήθεια.Κόμπος αισθήματος,μέσα στη νύχτα με τους ήχους και τα εξαίσια όργανα ενός μουσικού θιάσου.
Το έχω αποδεχτεί πως σ’αυτά που σκέφτομαι,λέω,γράφω,θα μου κουνάει το μαντίλι του ένας Πρωτέας,που θα με μαντεύει,θα με εξηγεί,θα μου ερμηνεύει τ’αόρατα.Ή τέλος πάντων θα με κάνει πραγματική.Με ψηλαφήσεις που ευνοούνταν ή επωφελούνταν από τις αδυναμίες μου,συναρμολογούσα τα ζωντανά μου στοιχεία,εκείνα που ήμουν σε θέση να διασώσω,μετατρέποντας τα εμπόδια σε σκαλοπάτια.Ανέβαινα με την βραδύτητα και την τραχύτητα της σωρευμένης αλήθειας,καταδικασμένη σ’αυτή επί ποινή θανάτου.Ένας κομματιασμένο καθρεφτάκι,ριγμένο στο πάτωμα που δεν είχε την «ευλογία» να υποκρίνεται.
Βρήκα γονιμοποιό στοιχείο το νερό κι εξαγνιστήριο τη φωτιά.ΈβρεξαΈκαψαΒράχηκαΚάηκα.Έγραφα και πέταγα και ξήλωνα και μπάλωνα σκισμένα δίχτυα από φενακισμούς,παγίδες,κόλπα,φόβους,κακούς υπολογισμούς,λαθεμένες προσδοκίες,μάταιες προσπάθειες.Ανοησίες.Ο διχασμός ήταν έμφυτος και διάσπαρτος.Δεν γινόταν να είμαι αδιαίρετη,μία,ολόκληρη.Κι αυτό έπρεπε να το αποδεχτώ όσο πιο γρήγορα.Συνέχιζα να γράφω.Όσοι με διάβαζαν με παραμέριζαν και με υποκαθιστούσαν μ’εκείνο που νόμιζαν πως επιδρούσε μέσα μου και μ’επηρέαζε βαθύτερα.Όμως δεν νιώθω μέτρια.Ούτε παρωχημένη.Το ξέρω και το υπερασπίζομαι.Ούτε γράφοντας θέλω να ετοιμάζω απαντήσεις-να τις προσφέρω σε πορσελάνη.
Σ’ αυτή την εσπερινή ησυχία σαν να ψηλώνω απότομα.Περιστέλλεται το άγριο και αδηφάγο παρελθόν και όλη η ακολουθία των τρικυμιωδών αναμνήσεων που σέρνει, τις νοθεύει κάπως, με σταγόνες από άγνωστη ευδαιμονία...τι ωραία! Δεν είναι μια απειλητική βραδιά!
Είμαι το Άλιφ κι από μέσα μου περνάει ελεύθερα ο αέρας της εκπνοής σου.
Είμαι το ελενίτ στις παράγκες του Περάματος.Η μαχαιριά στο ξερό χώμα της Ψυττάλειας,ένας κεραυνός στο Σαρωνικό,ένας κορμός πελώριου δέντρου ριγμένος στη θάλασσα.
Το σίγουρο είναι πως με το μολύβι επινόησα τη ζωή μου.Σκληρές και συνάμα τρυφερές μολυβιές με ορίζουν.Αυτές οδηγούν και την υπόγεια δύναμη στο αίμα μου.Το σίγουρο είναι πως στα λελογισμένα βαδίζω ψηλαφητά.Έτσι ξεχρεώνουν οι σιωπές κι ελευθερώνονται σκέψεις γραφές ριψοκίνδυνα ρίγη.Κι ανοίγουν πληγές.Αφήνω το αίμα να τρέξει-μετά τις επουλώνω με προοικονομίες χωρίς ευαγγελισμούς.Καλύτερα κατακερματισμένη από ένα ασφυκτικό μέγεθος.
{Στην ανθρώπινη ενδοχώρα και στη δισυποστασία της, παίζονται πολλά και διάφορα κρυφά δράματα. Δράματα που δε θα τα ομολογούσε ποτέ κανείς σε κανέναν. Γι’ αυτό πολλοί επισπεύδουν την έντρομη λιποταξία τους από κει. Δηλαδή από το βαθύτερο εαυτό τους. Τον άξενο εαυτό τους. Και βγαίνοντας, φορούν το καθησυχαστικό προσωπείο της ηρεμίας, της νωχέλειας, της αδράνειας, όπως και γίνονται δεξιοτέχνες των αναστολών και των αναβολών. Να παγώσουν οι πρότερες, ενοχλητικά απρεπείς, «σκηνές», σαν απολιθώματα, και να μείνουν εκεί για πάντα, σκεπασμένες με τσιμέντο. Στην επικράτεια της σκέψης μας, βραδυφλεγείς βόμβες και τοπία, συνείρονται αξεδιάλυτα, απολήγουν σε δείξεις κάποιου θεόθεν, υστερικού, θα έλεγε κανείς, περφόρμερ. Παγανιστικά. Σε λιτανείες, εγκολπώνοντας ανθρωποφαγίες, και συντρόφους-εχθρούς, σε σχέσεις αφελείς, βιαστικές, πολλαπλών αντανακλάσεων εκρήξεις μέσα μας, διεστραμμένες έλξεις που δεν αντέχουμε να ελέγξουμε. Αυτή η μηχανική της ζωής, η μικρογραφική οπτική μας, όχι σπάνια, αυτή μας οδηγεί σε μια άσεμνη ηθική απογύμνωση, εκουσίως χυδαία...
Μ’ αυτή την ανακόλουθη σύνθεσή μας, και με «συμπαραστάτες» αντίστροφα είδωλα, αδυνατούμε να φτιάξουμε το τέλος μας ευτυχισμένο. Ν’ αποδράσουμε στο βαθύτερο ανθρώπινο άρωμα και σε έναν τόπο αληθινών δακρύων με ισότιμες αλήθειες.
Κανείς δεν ξέρει πόσα από αυτά είναι αλήθειες και πόσα εντελώς φαντασίες ανθρώπων που τους αρέσει να εικάζουν και να κατασκευάζουν ακραίες συλλήψεις για κάποιον που είναι έξω από τα δικά τους μέτρα}


Για μεγάλα διαστήματα, φεύγω στην Αίγυπτο, Κάιρο και Αλεξάνδρεια.Διψώντας περισσότερο να σε συναντώ εκεί,θέλω να μείνω αθάνατη και να σε κάνω αθάνατο.
Αν μου πει κάποιος πως θ’αναγκαστώ να ζήσω χωρίς εσένα θα καταρρεύσω ψυχοδιανοητικά.


Είμαι η Φαίδρα Φις και σαν μόνιμος λαμπτήρας θ’αναβοσβήνω από πάνω σου.Άλλες φορές θα σε παρακαλάω να με χτυπήσεις για να με συνεφέρεις.Κι όταν θα μου εξηγείς ήρεμα ότι σου είναι αδύνατον τότε θα σε χτυπάω εγώ με δυνατά χαστούκια.Θα σε ρίχνω στο πάτωμα και θα κλωτσάω το στήθος και την κοιλιά σου.Έπειτα,αφού θα σ’έχω διαλύσει,με μια ανεπιτήδευτη ζεστασιά κι ενώ θα σ’έχω γεμίσει μώλωπες,θα στέκομαι από πάνω σου και θα τραβάω τα μαλλιά μου σαν μαινάδα.Θα σ’αγκαλιάζω και θα κλαίω.


Είμαι η Φαίδρα Φις.Δεν είμαι ψάρι αλλά ζω στο σκοτεινό βυθό ενός παραμυθιού.Αναρωτιέμαι καμιά φορά μήπως είμαι έντομο μέσα σε μανιτάρια κολοκύθες και παπαρούνες.Αν είμαι από τη φύση μου ηττημένη,αν πράγματι κατορθώνω την ισορροπία,με το να τα έχω καλά με όλους τους εαυτούς μου.Αν κοιμάμαι στα βουνά του τσαγιού της Κεϋλάνης,σε κάποιο νούφαρο του Νείλου,αν είμαι στο δρόμο,τραγουδώντας και χορεύοντας,να μοιράζομαι σημάδια της παρακμής μου μαζί σου.Όλα μαζί και πανοραμικά περνούν στο fast forward σαν σε χαλασμένη κασέτα.Όλα μαζί μονόπρακτο σε θεατρικό για να βάζω ιώδιο στις πληγές μας,αυτοσχεδιάζοντας και σκηνοθετώντας εμάς-αλλόκοτους ήρωες.



στοργικά
Φαίδρα Φις







***κείμενά μου θα δημοσιεύονται
στο ιστολόγιο Αντιποίηση Αρχής