Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010





Οι χάρτες που κρέμονται στα μάτια
ραμμένοι με βελόνες απ’αυτές
που ράβουν τα σακιά του σταριού
μεσάζοντες σε μας και στα ποιήματα
δεν απαντούν σε καμία υφήλιο
Μόνο που τα μάτια αυτά
πριονίζουν πολυεδρικά κάτοπτρα


Εμείς χαρίζουμε κείμενα-στάχυα
από αιώνες θερισμένα
σύντομα σημειώματα για νεκρεγερσίες
Κι άλλοι νοικιάζουν γυαλισμένα
ευπώλητα δραματάκια
για τη στέγαση της λόγιας ευπροσηγορίας


Στο στέρνο δίνεται ο φρικτός πόλεμος
αποχωρίζεται το γιατί από το αίμα
μένει μοναχά το πώς
κι αυτό τροχισμένο ανάδρομα


Αυτών των χαρτών η ερμηνεία παραφθείρεται
Από ασθενικές προσπάθειες αυνανισμού
Με προφυλακτικό


Σαββατόβραδο στην Ψάθα
ηδονές που τολμήσαμε να ονομάσουμε
ταξίμια πηγάδια αυλές οικόπεδα χαλίκια
τις πληρώνουμε στον γκρεμό του στίχου
στη θέση των κεκαρμένων «αγίων»


Χρειάζεται να γράψει κανείς
τους αναστεναγμούς από τον καημό του;
Χρειάζεται να πείσει για την ιστορία του;
Ν'αποδείξει ν'απολογηθεί;
Ας μιλήσουν ευπρόσωποι αγύρτες
για τις αγγελικές αξίες
Έτσι κι αλλιώς από καιρό το «χερουβικό»
Σώμα της ποίησης
το έχουν αναλάβει οι διώκτες της


Εμείς σαν σκαθάρια
πάνω στο ηλιοτρόπιο έχουμε διαβεί
σέρνοντας ξερά φύλλα ως την αλήθεια
ως τον βαθύτερο πόνο το άχτι το τραύμα
τον αποφυλακισμό μας


Και επιτέλους αφήνουμε το σώμα
Με την επικουρία της θλίψης του
ν’αφηγηθεί το τέλος
ισοδύναμο της αντίστιξης
των ορέων που κατολισθήσαμε