Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

ΑΛΜΑΝΑΚ


κοιμάμαι μόνη τα βράδια σ’ένα κλουβί
μετά τα μεσάνυχτα είμαι άσαρκη
κοντά στις τρεις τα ξημερώματα βλέπω
ήλιους δεμένους σε καλάμια
που τυφλώνουν
σε μερικές πόλεις ο ήλιος είναι ρολόι
στη Σαϊγκόν ό,τι σκοτώνεις σαν σκοτάδι
ζωντανεύει σαν ήλιος-σε καταδιώκει το φως του
μικρά τίποτα κάτεργα
είναι το μυαλό μου από φλόγες
αντηχεί πυρρό
μόλις που προλαβαίνω να τον σώσω
πέφτουν πάνω του φύλλα οριστικά
γύρω στις πέντε τον παίρνω και φεύγουμε
στον καταυλισμό
τα βεδικά σήμαντρα λένε
ama et fac quod vis
καμπύλες που τρέχουν τα ποιήματα
είναι πύλες συμπάντειες
περίβλεπτα δυστυχείς
η τσιγγάνα το διάβασε
από τη Δύση ως την Ανατολή
όλα αντίστροφα
όταν πέφτει το άστρο του Κρόνου στο ποτάμι
το δέντρο ο πάπυρος οι αυγές η νύχτα ο δείκτης
με τυλίγουν ρίζες αστρικές
ομφάλιοι λώροι
με τρώνε έντομα φρικτά
με κοιμίζουν στις στάχτες
κι ανάμεσα ονειρεύομαι
λυμένη ν’ανασαίνω θάλασσα θάλασσα
όλα τα ασχήματα θάλασσα
κι αυτός δίπλα μου νεκρός
στο Νότο ήρωες αμίλητοι
με φαλλούς ολάνθιστους
με μεταμορφώνουν σε Καρυάτιδα
χρειάζομαι φρανόλ
κάποια ακινδυνότητα σφυρίγματος
κι ονόματα πολλά βαρυπενθή
βαβυλωνιακά περσικά δάση με
σπινθήρες
-in girum imus nocte et consumimur igni-**
παλίνδρομα ψιχαλίσματα
καρκινικές νύχτες
χαμήλωσε τόσο το σκοτάδι που πέρασε
μέσα μου τρέμοντας σαν Χριστός
μετά το Μυστικό Δείπνο
έμμισθοι ακροβάτες
πιστωτές αγοραίοι
ιερές εξετάσεις
χωράνε στα αφροδισιακά κόκκινα
πώς αστράφτει ο σφυγμός σου
σαν αστραπή κι είσαι χωρίς ανάσα τόσο γενναίος
σπείρα σπείρα η Αστάρτη με τη σκιά της
σε άμαξα εφήμερη
τι να σου στείλω από την άκρη
το νήμα το προεδεμικό να πιάσεις
πικρέ πρίγκιπα στο σκοτεινό σκαλοπάτι
αναζητείς αυτό που θα υπάρξουμε
κι αυτό πάλλεται κι αυτοσχεδιάζει
και ξεφεύγει
στο καμπαναριό στα όστρακα
στα σκαθάρια στις πινέζες
στα βυτιοφόρα και στα βενζινάδικα
στους τροχαίους έρωτες και στη λαχτάρα
που κεντά τατουάζ στο σώμα των κομητών
και πας και κρύβεσαι στα εκκοκιστήρια
πεσσός με φωνήεντα που ήταν κάποτε ελεύθερα αγρίμια
λεόντειος σέρνεσαι στο τσουβάλι
ασκητής και νηστεύεις από στρόβιλους και παπαρούνες
λέγεται το ποίημα σπόρος πλανόδιος βέβηλος
μπαστούνι που λικνίζεται μπροστά στη χάση του οφθαλμού
αγνοείς τις αψίδες αλλα σταυροφόρος μόνο εκεί καταλήγεις
για την αλήθεια που έχω κρύψει μάκρυνες από τα κουκούλια
απολήγει στη σαρκοφάγο η ανάσταση και η αντανάκλασή της
πολικός αστέρας ο παράδεισος
αμέθυστοι αχάτηδες τρύπες και σαϊτες και εγώ δεν ξέρω
πώς να βαδίσω μια σταλιά επιτάφιο ωκεανό όρθια


**ρωμαϊκή καρκινική επιγραφή:
μπαίνουμε σε κύκλο τη νύχτα και μας
κατατρώει η φωτιά.
[προφανώς αναφορά στα έντομα που πέφτουν στη φλόγα τη νύχτα]