Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

πριν το σιδέρωμα




έξι τα χαράματα
Βάφω τα νύχια μου κόκκινα
Τα αυγά φωσφορίζουν στο τασάκι
Τα μήλα σαπίζουν στο δέντρο
τα δόντια πάντα λευκά
Αρχίζω να γράφω-επιτέλους πολυπόθητη
παγωνιά
Είναι ένα στάδιο δεν το αρνούμαι
Πριν οι γραμμένες λέξεις
στην ανταλλαγή
Μεθορίων
Μας δείξουν ανεπαρκείς για το κοντά
Των σωμάτων


Με την κοκκινοσκουφίτσα δεν ταυτίζομαι
Αλλά φοράω τον κόκκινο σκούφο του Αγίου
τα δόντια φθορίζουν
Εκείνη ήθελε σαν τρελή τελικά τον λύκο-γι’αυτό
Έγινε λυκάνθρωπος-
Το συνειδητοποίησα αρκετά χρόνια μετά
Αφότου το παραμύθι είχε υποσκάψει την
Εμπιστοσύνη μου στους λύκους
και υποθηκεύσει
Κάποια παιδική ανα[sic]-ς-τολή


Διαταράζεις τους βιοθυμούς μου
Έχω μπλοκάρει
Βλέπω ανάποδα τον κόσμο
παθαίνω ναυτία
Βάφω κατά το ήμισυ τα νύχια
Των ποδιών Κάνω εμετό
τα δόντια λευκά


προς το παρόν έχουμε
Μόνο ειπωθεί
Με σαρκικά οξέα
Και βερνίκια κόκκινα


Το στιλό βάφει και τον
Καθρέφτη
Ώστε να δείχνει πάντα
Διάφανο το αίμα
καθαρά δόντια


αντίθετα
Με σπρέι αργύρου
Θα σιδερώσω τρία
Ωραία(μου) πλυντήρια
με δόντια λευκά


[τελεσίδικα όχι πουκάμισα
Με κουμπάκια στο γιακά
Δυσκολεύομαι στις τσακίσεις
και στις πτυχές
Την ώρα του σεξ
Αφαιρούμε προσεκτικά
Τα τζαμάκια


Το θέμα είναι να βγάζει κανείς
Νυχάκια
να δείχνει δοντάκια
-το χρώμα αδιάφορο…


Το τραγουδάκι είναι αναθηματικό
Αποκλειστικά για τον Βιζυηνό
Θερμή παράκληση:
Αν ξέρει κάποιος ας μου πει,αν έπαιζε ηλεκτρική
Κιθάρα στο ντιβάνι της αϋπνίας του]