Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

παρακάτω










Η άκαμπτη αιτία των ενοχών ανομολόγητη έτσι ώστε να στριφογυρίζεις στο ίδιο σου το σώμα,εντός σου,σαν κουρασμένο και μάταιο αλογάκι σε καρουζέλ που έχει χαλάσει ή αρνείται να σταματήσει τους κύκλους.Ό,τι κοιτάξαμε και είδαμε τελικά,μακάρι να σωθεί,αυτογέννητο.Να σωθεί από τη διάσωση που υπόσχεται προοπτική μπορεί και διαιώνιση .Ν’ανοίξει ν’ανοίξει στον κόσμο-τεντωμένο λευκό πανάκι με ούριο τον άνεμο στο πέλαγος.Μπλε νησί που ταξιδεύει σκαλιστό από φωνές ψιθυριστικές που πέρασαν στα βράχια του και καθάρισαν το βυθό από τις εξορίες του.Για να ξαναγυρίσω στο χαοτικό τετράδιο λοιπόν,όπου μαύρες χήρες συνάσσονται και δίνουν χορό.Αναμφίβολα στο ίδιο τετράδιο θα επέστρεφα,στις ίδιες εγγραφές και ηχογραφήσεις ό,τι και να συνέβαινε στο ανάμεσά του.Όπως είμαι βέβαιη και για τα αβέβαια μακροβούτια μου στη βαρβαρότητα των καντηλιών στην αγριάδα των μεταμεσονύκτιων τυμπάνων.Οι πρόσχαρες σφήνες δεν ήταν ποτέ του γούστου μου.Χαζεύοντας τη σμίλη που λάξεψε τα λευκά μαργαριτάρια,παρατηρώ πώς η απόχη κλείνει και στραγγαλίζει έτσι κλείνοντας τα μπλουζ που δεν χορέψαμε. Θα δεηθώ σε διάλυμα από φρουκτόζη και μαργαρίτες που ευλύγιστα και ακέραια θα με αποσυντονίσει-ας με κάνει τουλάχιστον να μη σκέφτομαι-χωρίς απαραίτητα ποιητικό αίτιο.
Βλέψεις ευσεβείς-υπόδικες.Στα εδώλια έτσι κι αλλιώς δεν βρέχει δεν βρέχει για να καταλάβεις και να δεις πώς είναι.Δεν έχει λιακάδα.Δεν κάνει κρύο.Κρυώνω.Δεν έχει ζέστη.Καίγομαι.Πάλι κόκκινο χιόνι σκέπασε την καμινάδα.Το τρανζίστορ λογείο για τη μαρτυρία της αρχαιολογικής μεταβολής.Από χαλκό και ιερογλυφικά νοθεύτηκαν τα αγάλματα.Τα ατελή τους μέλη,οι ακρωτηριασμένες διαδρομές τους στα μουσεία.Ταράζομαι.Να πέσω στο μείζον κενό.Ν’αγνοήσω τις παροχές του ήσσονος.Το μπλε νησί θα μένει πάντα εκεί.Το αδιαχώρητο από πενία και εντυπώσεις.Τι θα πρέπει να γίνει κανείς,ποιο σχήμα να ενδυθεί τι να ειρωνευτεί για να φωνάζει αλληλούια και αμήν.Να παρευλάνει παρείσακτος.Να πλαταίνει βάθη.Διάφανος και χθόνιος.Μυστικός συμβολίζεται με πεδίο βολής.Υγρό πυρ ολικής αναισθησίας.Τίνος τινός.Άναψες πολύ κοντά τη φωτιά.Σχεδόν δίπλα μου.Σχεδόν μέσα στο όνειρό μου.Με οδήγησες-τυφλή με λευκό μπαστούνι εγώ-σε αίθουσα με βιτρό και φυσητό γυαλί.Με αναγεννησιακές υποκλοπές.Πρόσωπο υπαρκτό,βέλτιστον το χείρον σ’ένα δωμάτιο ξενοδοχείου ένας σπάγκος για κατανόηση γιατί δεν υπάρχει δισταγμός στο κρύσταλλο.Μήλο γάλα γάζα επιθέματα,ανυπεράσπιστα όστρακα στο βυθό και το νησί εκεί αναθηματικά αναθεματικό για τις αναχωρήσεις τις πρώτες πρωινές.Ιεραπόστολοι της δίψας,ναι,από χαλκό και αριθμούς αφήσαμε να προδοθούμε.Από πλάνη σ ‘άλλη πλάνη.Από τρικυμία σε τρικυμία.Από θύελλα σε θύελλα,ιδιόρρυθμα χορευτικά είμαστε,του αίματος στους καρπούς.Χορικά στο Λόφο.Στάσιμα στα περίπτερα.Προβολείς με προφορά υποσυνείδητης διαλέκτου.Η Αττική οδός έχει φώτα γεωμετρικά περίπου ευκλείδεια και-ναι,αν ρωτάς-πρώτη φορά τα παρατηρώ από δω γιατί δεν μ’αρέσουν τα τεχνητά φώτα.Πρώτη φορά τα πρόσεξα από το σημείο αυτό που μεταγγίζεται η μετάληψη για ν’αναληφθώ.Μη μου αρνηθείς το βρεγμένο ολισθηρό οδόστρωμα-έστω και κάποτε μετανοημένο.Γιατί η λύπη μου θα περνάει παντού.Ακόμα και σε σένα μπορεί θεσμός να γίνει.Μη μου αρνηθείς τα καλλιγραφήματα της αμπέλου χωρίς τη στίξη τους τα θέλω. Άστικτα και μυστικά.Μη μου αρνηθείς γιατί στην τσάντα μου έχω το εξάσφαιρο κι ένα μπλε νησί με ερημίτες μπλεγμένα πλήκτρα σεντονάκια ανηφόρες κόλπους φαράγγια έγχορδα πλατανόφυλλα που στις φλέβες τους κυλάει νερό.Να κάπου γίνεται το νερό αίμα αναίμακτο.Γι’αυτό αποσύρομαι στο Δέλτα ανήσυχων νυχτών ισοβίως.Ενθρονίζω πιράνχας στη θέση σου.Εκατόγχειρας κι όχι Λερναία που διαλέγει πολλαπλά τυφλά τραύματα για τα κεφάλια της.Ανάμεσα στα μυρωδικά σκίνα τα πιο φιλόξενα δόκανα.Στις ρίγανες και τα φασκόμηλα βουλιαγμένες ευοίωνα παγίδες για τον βαθύ ανεκπλήρωτο πόνο.Έχω ακόμη-σκέφτομαι-το νησί που μου χάρισες και το αλογάκι σταματάει το μάταιο κάπου εδώ.Ναι.Και τίποτα παρακάτω να γιορτάσω.



Και τίποτα παρακάτω.