Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

οι δύο τέσσερα φιλιά














στον κορμό ενός δέντρου
στη χοάνη στον ύπερο στους στήμονες
ενός τεράστιου νυχτολούλουδου
λιγοστεύει η ανάσα και
όπως οι ίσκιοι αναστενάζω


τα λόγια σας τραγουδώντας να γράφω
ξεκουράζονται τα θυμωμένα σώματα
όπως δυναμώνουν τα μάτια πάνω μου
ακούω το αίμα σας
σπουδάζω εναντίον τα θαύματα
αλλά αυτό δεν είναι απειλή
ούτε ανώφελη σπατάλη είναι
λουράκι δεν έχω βέβαια
οι ηδυπαθείς αστερίες που πνίγονται
στην πανσπερμία του καδμίου
δεν έχουν λουράκια
ούτε μικρόφωνα
τραγουδάνε με όση αναπνοή τους μένει
γράφουν με αίμα αντί μελάνι


όμως


στη σκεπή μου προσήλυτη σάρκα σαν στέπα
μεταμορφώνει- μάγισσα κρατώντας κηρύκειο-
το επιδέξιο ένστικτο που δέσμευε οξυγόνο
σε απωθημένα μάτια-αδύνατο να ερμηνευτούν
-τόσο μακριά που είναι
μόνο τραγούδια θα μιλήσουν
μόνο παραμύθια θ’αθωώσουν


φαίνεται σχήμα τριαδικό κι ανελέητο
ευέλικτη η εικόνα [ψευδώνυμη αρκούντως]
έρπουσα και παράλληλη σκίαση
πέντε απογεύματα πολύς θάνατος
πέντε μήνες αγριότερος


απ’όσα πεις παραμύθια
απ’όσα πει τραγούδια
θα επιλέξω το διαρκέστερα υπαινικτικό
που θα με κάνει να θυμηθώ
πώς εκκολάπτεται ο άναρθρος έρωτας
αυτός ο ένας που παίρνει το σχήμα το
απολωλός κυανό
από ποιο θυσιαστήριο εκπορεύεται
κρεουργημένος και ίμερος


κάπως έτσι αναβάλλεται
η θάλασσα για σήμερα
φαιή στην άκρη της πένας
του τακουνιού
εύθρυπτη και μεσίστια
στους δισταγμούς


από δω θ’αρχίζει το φεγγάρι πια
ολόσωμο με αλκυονίδα τύχη
για να συναντηθούμε υπεργείως
αποσπερίτες ναυαγοί


[αν μου τραγουδάει όλα τα τραγούδια
θα
μου διαβάζεις όλα τα παραμύθια?]