Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

σεληνάκατος













άφησα τη γάτα να βαδίζει πάνω κάτω
αθόρυβα στα πλήκτρα του πιάνου
κάθησα στην άκρη του κρεβατιού
από κει βλέπω όλη τη θάλασσα
μου έδειξες έναν άδικο τοίχο
σ’αυτόν απόκρημνα σημειώματα
της ζωής να βοά:
«ο άρτος ο επιούσιος ο κήπος οι αποστάτες
ο πόλεμος ο θάνατος»
υποθήκη νύχτες άβολες
κατσαρόλες με βραστό νερό κι αλάτι
εκπέμπουν sos στο ρεαλισμό
εσύ το ομολογημένο νήπιο
στο ηλεκτρικό φως να
με αγγίζεις-χτιστό ως το κεφάλι
κάθομαι άκρη άκρη στο κρεβάτι
γέρνω το κεφάλι μου στην κουπαστή του
από δω βλέπω πώς ρίζωσε το
καινούριο μπλε στο λόφο
πώς στάζει η βρύση
μια καρτ ποστάλ από την πιο Άγονη γραμμή
στην παλάμη-θάλασσα δεν είναι?
σερπαντίνες από κάποια γιορτή
τούλια και κουφέτα και ροδοπέταλα
από κάποιο γάμο
σκουπίζω τα μάτια και το πάτωμα-
από τις χαρτόκουτες λιποτακτούν προδομένα
κάποιες διαγνώσεις θλιβερά παρατεταμένες
μην αναφέρει κανείς το ψύχος
μην πει κανείς πόσα χρόνια
θα μου χρειαστούν να σε ξοφλήσω-
υπόσχομαι να δουλεύω νύχτα μέρα
να λιώσω
να κοιμάμαι στα παγκάκια
θ’ανεβαίνω στα βράχια να πέφτω
στο θέρος με φόρα
να τρώω στα σκαλοπάτια
ντομάτες και καρπούζι
άλλος θα μου χαρίζει ζαχαρωτά
τότε θα μπορώ να πεθάνω ήμερη
μπορεί ν’απολιθωθώ
ή με μια
σεληνάκατο να διασχίζω το γαλαξία
κι επιτέλους να δραπετεύω
έτσι μπορεί
η λευκή γάτα παραπαίει ακόμα χαρούμενη
σαν γαλήνια μεθυσμένη 
εγώ λυγίζω και ζητάω να διαρκέσεις
μετά πηγαίνω στο ντουλάπι και παίρνω τη χλωρίνη
τρίβω τα πλακάκια τους νιπτήρες τους τοίχους
μέχρι που τα αποφλοιώνω τελείως-
για την όχι κατάποση όλα αυτά-μπελαντόνα
γάντια δεν φοράω κι έτσι στο δέρμα μου
πέφτουν ήχοι σαν κέρματα από τις βαρκούλες των
νεκρών στον Άδη και χιόνι κόκκινο με σκεπάζει
σαν να άξιζα αυτό το μαρτύριο-αυτό λέω-
για τη συνέργεια τη συνενοχή μου
στην απιθανότητα θάλασσας στο χάρτη σου
η φωταύγεια με παρασύρει σε αλιευτικούς κανόνες
μετά λούζομαι κι ακουμπάω τα βρεγμένα μαλλιά
στο πέλος του χαλιού που μοιάζει με λατομείο
που με σκάβει και το όρυγμα είναι έμβρυο χαμογελαστό
αλλά τελείως ασάλευτο μου τραβάει τα μαλλιά και πονάω
μπορώ ν’απλώσω το χέρι και να κόψω το νήμα
σύρμα καλώδιο όταν χρειαστεί να το περάσω γύρω
μου σφιχτά
μη!
μου λερώνεις το πάτωμα που μόλις σφουγγάρισα
γατούλα
άφησες το πιάνο…θα σε δείρω με τον χάρακα
μη!γύρνα στο πιάνο και γω στο μαύρο το κρουστό
δε θα’θελα να δω τη μέρα ξανά
με θαμπώνει τόσο παράταιρο φως
τράβα τις κουρτίνες να κοιμηθούμε
δεν θα’θελα να ξυπνήσω ξανά μέρα
θα σε πάρω αγκαλιά πεθαμένο μου
χαμογελαστό μικρό και δεν θα ξυπνήσουμε
ποτέ χωριστά
θα ζούμε όλες τις αιώνιες νύχτες που τις αξίζουμε
παρέα
εμείς θα χαμογελάμε ακόμη και στο κακό
αποθηκεύομαι στο συρτάρι με τα τελευταία μικροπράγματά σου
εκεί μέσα ανάβω ένα σπίρτο καίγεται κι άλλο ένα κι άλλο ένα
φαίνονται πια οι αόρατες πληγές με ρημαγμένους φράχτες
δεν έχουν τι να φυλάξουν δεν έχουν τι να πρωτοφυλάξουν
μερικές κιμωλίες από τότε που γράφαμε στον πίνακα
για τις αιχμαλωσίες
μια φωτογραφία με το δικό σου αδιάβαστο θώρακα
μια ακτινογραφία αδιάβατη
απ’όλη τη συντριβή μου διάλεξα εκείνη που κάνει τις φλέβες να
καταχτυπάνε στο σώμα ατμομηχανή
το σώμα τρένο είναι
δεν ζητούσα και να σφαχτώ
απλώς επειδή η φύση μου είναι πολεμοχαρής
ποτέ δεν έγινα ερωμένη αγίων
στο χαλασμό διαθλώμαι
πλένω τα εσώρουχα με μέντα και μαστίχα στα βράχια
καταργώ απογεύματα περνάω κατευθείαν στις νύχτες
τις νύχτες
διαψεύσεις σπασμένα μολύβια ποιος μένει ποιος έφυγε
ως το Φεβρουάριο που βγαίνει κάποιο όνειρο θα ξέρουμε
γιατί παράκτια και αμετάβλητος η Άνοιξη περιμένει
εκδίδει εισιτήρια ρόδινα αλάνθαστα για ολάνθιστες ρυτίδες
υποσφάγματα καταμεσής λευκής αθώας ίριδας
πώς ν’αλλάξει ο καιρός φορά και τέμενος
εδώ τον λατρεύουμε αδιάλειπτα και με τόση ορμή
πώς ν’αλλάξει ο καιρός τροχιά
χαράζεται  πάνω μας ο καιρός
ανεξίτηλο τατού στις φλέβες  φοβερός ποταμός
ακόλουθος δήμιος
από το κρεβάτι που σταμάτησε ο λεπτοδείκτης
να γυρίζει –κάποτε δείχνει σωστά-
περνάει το αστικό λεωφορείο
και μια πόρνη με ανορέξια νερβόζα ανεβαίνει
μια πόλη ολόκληρη αυτό το δωμάτιο
δεν έχω προσευχή-τι κρίμα
ευδόκιμα δολοφονώ το εν υπνώσει
ερειπωμένο δάσος
παρηγορητές καταβάλλουν φόρους
σε βόστρυχους αιδοίου
και τα καταβληθέντα σπερματικά
απολεπίζουν σταδιακά το κορμί
παίρνουν φως σιγά σιγά τα σπλάχνα
να!
κασσάνδρες παγιδευμένες
σε σούστες αδιάφθορες
με σύντομη σταδιοδρομία
εταίρες με γονίδια του ματαίου
επιδοτήσεις και χορηγίες
από παραληρούντες μόνο
παρακαλώ
να κλείσει το πιάνο και το παράθυρο
παρακαλώ
ας πάρει κάποιος τη γατούλα μακριά
μου-να μη βλέπει κανείς
παρακαλώ

γονατίζω-όχι για προσευχή,
είπαμε δεν έχω
κοιτάζω κάτω από το κρεβάτι
μήπως κάποιος πεθαμένος μου,
άφησε το λευκό χαρτάκι
της ανάστασης
τώρα που πλησιάζουν Χριστούγεννα




[και από σένα τίποτα και από σένα τίποτα βλέπεις δεν θέλω και δεν ζητάω
  ο οφθαλμός σου πάνω μου αραίωσε πολύ -λατρεμένε τους-
   εγώ μόνο στα στάχυα που αγριεύουν και ψηλώνουν μέσα μου
    μόνο σ'εκείνα θα πιστεύω και θα ορκίζομαι
     μόνο εκείνα ελπίζω να σε θερίσουν κάποτε όπως μας θέρισες
   κι ας πλησιάζουν Χριστούγεννα]