Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

σε ψηλό βουνό




Εδώ που μ’έσπειρες να ταλαιπωρώ
σύρριζα στο μαλακό χώμα την πίστη μου
εδώ που με φύτεψες να γειτνιάζω κλαίουσα στη χαρά
ή πρέπει να μάθω να φυλάγομαι όπως ο δραπέτης
ή
Να πολλαπλασιάζω με τη ρίζα του όλα πολύ επί πολύ
επιπολής
μας κάνει άριστα στις εκπτώσεις των υποθέσεων
για να με κοινωνείς όποτε θες με πυρκαγιά
λίγο πριν το εσαεί της σφαγής
πολύ αργότερα σε ανάπαιστους
κεραυνοβολημένους βραχύποδες
για να με κρατάνε κοντά τους οι τάφοι
τα καντηλάκια τους που ανάβουν
ύστερα καίνε με απαλό χιόνι
αντί για λάδι
στα ψηλά βουνά η σκόνη της ερήμου ταξιδεύει
τα όχι όλα και τα σκεπάζει
με αρχαίο πόνο που μαθαίνεται στις εφτά ψυχές
που δέχομαι να στραγγαλίζει μέσα μου τις καταφάσεις
το θηρίο
ο αετός
καθώς θητεύει κοντά στη λέξη γκάζι
στη λέξη αίμα
στη λέξη φτερά
τα χέρια απλώς ακολουθούν
τα χέρια έπειτα με βρίσκουν
με ζώνουν με θαύματα ενέχυρα
πού θα με πλήξεις αυτή τη φορά
σε ποια γη…
Σε ποια χώρα μυστική,
Ποντισμένη…
Μα πιο πολύ σε βουνό ψηλό
Πιο πολύ στα χέρια που υπάρχω αληθώς
Εκεί τοξεύεις τρεις έξι εννιά μήνες καλοκαίρι