Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

σαν ξενητιά


Μασούσα το εισιτήριο. Μικρή διαδρομή.Θησείο Πειραιάς. Κατέβηκα. Ανάμεσα στα δόντια υπολείμματα στυφών αριθμών πικρού χαρτιού. Στον ουρανίσκο γωνίες. Μικρή διαδρομή. Ως το στομάχι. Θα έχανα το καράβι. Το ήξερα κιόλας. Έχω αργήσει. Βηματίζω στην εναέρια γέφυρα και το βλέπω. Χορός είναι. Κοιτάξ’τε. Το καράβι έφυγε. Είναι μακριά απ΄ό,τι ονομάζεται στεριά. Κοιτάξ’τε πόσο οριστικό είναι. Πόσο αδικαίωτο. Στην Πειραϊκή οι βράχοι ξεκολλάνε αδύναμοι. Παίρνω κομμάτια τους και ρίχνω μια στο κενό και μια στη θάλασσα. Σφαίρες μου φαίνονται.Και το χέρι μου το πιο βαρύ όπλο. Στο σώμα της θάλασσας. Τελεσίδικo μοιραίo στα ανθρώπινα. Από δω και πέρα τα στυφά γράμματα θα προσαρμοστούν-γραμμάτια-σε πικρά τραγούδια. Πιο κάτω σε μοιρολόγια. Μισoύσα το εισιτήριο. Κάθε χαρτάκι αποχωρισμού. Μεγάλη διαδρομή. Σαν ξενητιά. Πειραιάς Θυσία. Κατεβαίνω σε όλες τις στάσεις. Μικρή που είναι η Μέρα. Ανεβαίνω ξανά. Στους δισταγμούς. Ανάμεσα στα μάτια ο καιρός της λύπης. Ανάμεσα στα μάτια μεγαλύτερες πάντα οι Νύχτες. Σε άδεια βαγόνια ο θόρυβος της λύπης. Το τρένο. Όλη η λύπη. Επιστρέφω. Στο λιμάνι.