Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

η ζωή σε δύο νύχτες ή σημειώσεις περιθωρίου



Εμφανίστηκε αγωνιώντας για απαντήσεις-εμπλοκές σε δια-πράξεις ποιητικές. Αλλά καταστροφής.Έτσι είναι ίσως στην αρχή όλα τα μαύρα πουκάμισα. Φορείς oλέθρου.Στο τέλος,λευκά. Μαζί με τη διαφαινόμενη αδυνατότητα να ξεφύγεις από την αντιστροφή. Κι όμως. Η αίσθηση είναι ότι πλαγιάζεις δίπλα σε μια αιωνιότητα.




Ασκήσεις ύψους εκστατικά ξεχειλίσματα γεύσεις διαπερασμού. Αυτόνομη που είναι η φαντασία καμιά φορά για να διασφαλίσει στέγασμα στο ανέφικτο.


Εμφανίστηκε από δρόμο αφώτιστο.Με περίμενε από πάντα. Γιατί ήξερε ότι μπορώ ν’ακούσω τη φρικίαση με τρυφερό τρόμο. Σαν υστερόγραφα πάντοτε,τελευταίες πάντοτε, κρυμμένες πάντοτε, οι φαρμακερές αλήθειες.


Η επιτάφια εικόνα σου η πιο ισχυρή παρουσία της ζωής πια,αποκλειστικά διατηρείται σε άσματα παραληρήματος. Τι όμορφη σπατάλη που είναι μια αδιαπραγμάτευτη πληρότητα. Δυσπερίγραπτη κορύφωση. Οργισμένε παραλήπτη της σπατάλης λοιπόν, ανιχνεύεσαι σε συναξάρι και σε ένδοξη απόδειξη μαγαζιού της επαρχίας. Μεγαλόθυμα όλα με διαμελίζουν. Για το θνήσκειν περικολοζαμέντε. Απογεωγραφοποιημένο και ατελώς ανεπτυγμένο επελαύνει το κέρας. Όπως κυλάνε τα δάκρυα από την μπίλια του στιλό διαρκείας. Έτσι τινάζεται στον αέρα και ο εξακολουθητικός ενεστώτας που κάποιο δικαίωμα έχει επικυρώσει για να καθαγιάζεται το εμπόδιο.


Το μη υποφερτό φως σε κάνει να τα βάζεις με λεπτές κουρτίνες με αραιές γρίλλιες με το θόρυβο των καϊκιών,ενώ συντηρείται η αδράνεια αναπαύσεως των τεθνεώτων.


Πρόσφυγας με συνειρμούς που διακοσμούν γυμνασμένες σαλεμένες σελίδες.
Σαν αναπνοές σελίδες. Αξεδιάλυτες και μαζί πεντακάθαρες σαν ξαστεριές του Ιουλίου. Αποσταθεροποιημένες. Λυπομανείς. Χερουβικά ουρλιαχτά. Επιθανάτιοι ρόγχοι. Πολλαπλά είδωλα. Θυελλώδεις και αιφνίδιες επελαύνουν σε στίξεις που μοιάζουν με εσωτερικά παραισθήματα. Αυτές οι σελίδες είναι οι δικές μου διαδρομές. Μόνο μ’αυτές μπορώ ακόμη να περιπαίζω τα εδώλια που ερήμην μας καθήσαμε. Για να τεθούμε υποτίθεται υπό την αιγίδα μιας αδικαίωτης δικαιοσύνης αλλά διακαούς σχετικά με την ασυλία που απορρέει από το μελάνι.


Και πάλι δεν ξέρω αν είναι η καταφυγή που εκδηλώνεται παράξενα αν είναι ο πειρασμός και η προθυμία να ενδώσεις σε βαλλίσματα ακαριαίων νόσων. Που πεθαίνεις από αδέσποτους στίχους. Που εκπυρσοκροτείσαι φωτιά.


Αμετάπτωτα επιθυμώ ως υπερμνήμων να σου πάρω τη θέση.
Δεν ξέρω αν είμαι το ενδεδειγμένο φάρμακο αλλά θέλω τη θέση σου. Μου οφείλεις τον πόνο. Γιατί το νόμισμα έπεσε από την πλευρά των επιστολών πλήρες ασυναίρετων τραυλισμών. Κι όπως το μετέφραζες σε μια άδικη διάλεκτο- έμενα εδώ νεκροφιλούσα. Γιατί σου έκλεψα με κάποιο τρόπο τη δεξιότητα να σκηνοθετώ φακιρικά την άρθρωση και να επιστρέφω μόνη μου στην αφύλαχτη διάβαση-δένοντας τα μάτια με το πιο μαύρο μαντίλι -αθέατη αλλά πιο βαθιά πιο οριστική, όπως το φύτρο φοινικιάς.