Δευτέρα 21 Απριλίου 2008
το ψάρι και το χαρτί
Αλεξάνδρεια. Το βράδυ γκρεμίζεται στη θάλασσα. Το φεγγάρι πέφτει στο Νείλο. Φυσάει. Το πλήθος με παρασύρει. Περπατώ. Κολυμπάω. Ένα χαρτί τσαλακωμένο σέρνεται κάτω από το δέρμα μου. Ο αέρας έφτασε μέσα μου και παρασύρει το χαρτί σε μια υποδόρια διαδρομή. Το χαρτί ξέρει μόνο να κολυμπάει. Το πλήθος με προσπερνά. Ανύποπτο. Χωρίς πίστη. Δεν έχει ιδέα για το χαρτί που κολυμπάει μέσα μου. Το χαρτί βρίσκει στο θώρακά μου ένα ουράνιο τόξο. Στέκεται λίγο στην κορυφή της καμπύλης του, μετά γλιστράει προς τα κάτω. Παίρνει λίγο από τα χρώματά του και ιριδίζει. Σκαλώνω τα μάτια μου στο πλήθος και κολυμπώ με ηρεμία και νωχέλεια. Το νερό μέσα μου είναι δροσερό και αβέβαιο. Κόκκινο και μεταμελημένο. Τη μεταμέλειά του πρόλαβε και τη σκέπασε το πάθος. Κολυμπώ μέσα στο δίχτυ. Κολυμπώ και περπατώ. Η Αλεξάνδρεια μια θάλασσα ανεξιχνίαστη. Ένα δίχτυ έχω κολυμπήσει κυνηγώντας το χαρτί μέσα μου. Θυμάμαι ότι έχω ξανακάνει πόλεμο για τα ίδια. Για το ίδιο δίχτυ. Για το ίδιο ουράνιο τόξο. Για το ίδιο χαρτί. Το δίχτυ κλείνει. Περπατώ. Το φως λιγοστεύει. Ο δρόμος κλείνει και στενεύει. Το πλήθος ετοιμόρροπο. Δεν βλέπω το πρόσωπό του. Συγκεχυμένη φιγούρα σε θέατρο σκόνης. Μια μαύρη χαρακιά. Μια θολή σκιά που παραμιλά κι εξέχουν μόνο τα άκρα της. Εγώ μια χορογραφία πένθιμη από δίχτυα και εικόνες ηφαιστειακές. Ένα κάρβουνο που δεν περιμένει απαντήσεις. Ένα διεσταλμένο αόρατο μάτι. Μια μπλούζα λευκή που ρουφάει συγνώμες. Θέλω ελευθερία. Δεν τη ζητώ. Τη θέλω. Για μια εκδοχή. Για την πιθανότητα να μη σκοτωθώ απόψε. Περπατώ. Μέσα μου είναι πολλά γραμμένα. Ψύχες από χρυσά τοπία της θάλασσας. Υποταγμένα πλάσματα στην αήττητη ψυχή της θάλασσας. Κολυμπώ. Τα λόγια στο χαρτί νωτίζονται και φουσκώνουν σαν άμπωτες και παλίρροιες. Φτάνουν στο λαιμό, δεν βγαίνουν αλλά με πνίγουν. Περπατώ. Ρίχνω στο Νείλο ένα ερωτηματικό και μετά κι άλλο ένα. Κάνει θόρυβο όπως βυθίζεται. Λίγο πιο κει πετώ μια τελεία, που βυθίζεται σαν βαρίδι στο σκοτεινό νερό. Το βράδυ πέφτει αργό και ζεστό δίνοντάς μου ένα ανέλπιστο περιθώριο χρόνου διάσωσης, δεμένο σε μια αόρατη αποβάθρα με ένα χοντρό κάβο. Κολυμπώ για να κατακτήσω το βυθό που μου αρνείται τη βιολογική μου συνέχεια και την διπλή μου υπόσταση. Περίγραμμα έχω και είναι αυτό των καραβιών στη θάλασσα και των πλωτών στο Νείλο. Είμαι μια γκρίζα χοάνη και ένα μαύρο φουγάρο. Ο άνεμος εκσπερματώνει στη νύχτα και τη γονιμοποιεί, κι άλλα αστέρια νεογέννητα, στις απολήξεις τους χρησμοί.
Είμαι ένα γυαλιστερό ψάρι που καπνίζει αδιάκοπα, έναν καπνό που τον σβήνει στον οισοφάγο και μέσα μου κολυμπάει ένα χαρτί τσαλακωμένο από λέξεις και μουντζούρες.
Αμαξάκια. Ταξί. Κολυμπώ ανάλαφρα ανάμεσα στ’αυτοκίνητα και στα σκονισμένα και βρόμικα κτίρια. Το χαρτί κουλουριάζεται, ζωντανό έμβρυο μέσα μου. Μια λέξη του γλιστράει-δεν προλαβαίνω να τη μαζέψω. Έξω από μένα δεν μπορώ ακόμη να βγω. Γαντζώνομαι από τις ίδιες άκρες μου, τις ίδιες λεπτομέρειες, που το πλήθος δεν καταλαβαίνει ή αγνοεί. Πρέπει να περπατώ γρήγορα και ασήμαντα, αντιστρόφως ανάλογα από το βράδυ. Πρέπει να κολυμπώ αστεία μέσα στο δίχτυ προς τέρψη του πλήθους. Πρέπει να κολυμπώ και σοβαρά προς τέρψη του πλήθους. Άλλα ψάρια δίπλα μου δεν κολυμπούν. Περπατάνε μόνο, με ελιγμούς ακαριαίους μέσα στο δίχτυ που λίγο λίγο κλείνει. Πρέπει να παρέχω οξυγόνο στο χαρτί μου, αναπνέει δύσκολα τσαλακωμένο. Μπορεί να το καταπιώ αφού σκοτώσω όλες τις λέξεις του κι αφού αποστηθίσω όλες τις μουντζούρες του. Να δω πόσο αντέχω να καταπίνω χαρτιά. Να δω πώς είναι να καταπίνεις έναν κόσμο γεμάτο μουντζούρες και μολυβιές μαύρες. Και πώς φτάνει το μυαλό στην άκρη του κρανίου και κόβεται. Πώς αποκαθηλώνεται από βαρείς σταυρούς. Η πιο αθώα ώρα ίσως να είναι αυτή. Αλεξάνδρεια. Μεσόγειος. Νείλος. Τα λαμπερά μου λέπια. Τα ψαρίσια μάτια μου. Οι γυαλιστερές φολίδες της ουράς μου. Η ομορφιά που σκοτώνει. Το χαρτί. Οι μουντζούρες που επιπλέουν. Όλος ο χρόνος μου κάλυκες κενοί. Όλος μου ο θάνατος κολυμβητικός και περιηγητικός.
Η λεωφόρος γεμάτη. Και η θάλασσα. Και η νύχτα. Με ρωγμές και ελπίδες και δικλείδες ασφαλείας. Και σκοτωμένα όνειρα που όταν σήπονται μυρίζουν άσχημα.
Ίσως και να’ναι τώρα η στιγμή. Η πιο ήσυχη-πικρή-μικρή νύχτα μέσα στην άλλη νύχτα της φασαρίας του πλήθους και του θυμού και του θεάτρου, που θα κόψω το δίχτυ μου και θα κάψω τα βράγχιά μου με τον καπνό. Και να μεγαλώσω το χαρτί που εγκυμονώ μέσα μου όχι ασφυκτικά. Αλλά είμαι μόνο ένα ψάρι με απροστάτευτο μυαλό, αδύναμη καρδιά και γενναία μάτια. Τα μάτια μου δεν κλείνουν και τα βλέπουν όλα. Τα ακίνδυνα, τα ρηχά, τα βαθιά, τις ασκητείες της θλίψης, τα άωρα και τα μυστικά, τα καρνάγια, τα πλοία, τη σκουριά, τα κομμένα χέρια, τους θεούς και τους δράκους. Νόμους δεν έχω ούτε βαρύτητα. Λύνω αινίγματα και λύνω ίχνη. Δεν είμαι ένα φυσιολογικό ψάρι. Δεν είμαι ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Φυγάς είμαι. Με υπερθετικές αναπνοές που δε χωράνε στα βράγχια, άλλοτε ύποπτες και κάποτε δειλές, σαν προσωπικά σύμβολα ελευθερίας. Είμαι ένας διχασμένος φυγάς με διαστάσεις θανάτου. Οι μουντζούρες απλώνονται στην κοιλιά μου. Τις ημερώνω με μερικά χάδια πριν βυθίσουν τις νυχτερινές ώρες σε μια ερημιά βαριά και αφόρητη. Τις δροσίζω με εισπνοές. Υπενθυμίζω στο χαρτί πως πρέπει να μείνουμε ζωντανοί μέχρι τουλάχιστον να ξημερώσει. Μετά εντάξει. Μπορεί να το καταπιώ και να πεθάνω. Η μπορεί να με καταπιεί εκείνο και να πεθάνω.
Το πλήθος άγνωστο κι ολέθριο με προσπερνά με φαρέτρες έτοιμες. Το κοιτάζω με το βλέμμα του δολοφόνου. Περπατώ. Κοιτώ κάτω. Παρατηρώ τους λεκέδες στο πεζοδρόμιο από πέλματα λασπερά. Λεκέδες που ορίζουν κατάγματα. Μυρίζει θυμίαμα και λιβάνι που καίγεται. Με ελευθερώνει για λίγο το κάτω βλέμμα. Δεν χρειάζομαι δικαιολογίες στην περιπλάνηση της ενδοχώρας μου. Είμαι αόρατη στο πλήθος.
Ρίχνω στο πεζοδρόμιο μια τελεία σαν πέτρα ακούγεται αλλά είναι μαλακιά και διαλύεται και απλώνεται και σαν μελάνι μωβ κι αυτό είναι το τίμημα της φευγαλέας ελευθερίας μου. Πηδάω τις πλάκες του πεζοδρομίου όπως το άλογο στο σκάκι. Ν’αποφύγω το μελάνι πριν στάξει μέσα μου αργό δηλητήριο. Μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Δαγκώνω τα λέπια μου. Καθαρός φόβος. Τον διεκπεραιώνω. Περπατώ βιαστικά. Κολυμπώ με αφοσίωση και προσήλωση. Χτυπάω την ουρά μου στο πεζοδρόμιο, έχω αποφύγει την κηλίδα. Το χαρτί μέσα μου ανάβει και βγάζει ένα φως μικρής φωτιάς. Με καίει. Έγινε καυτό σίδερο. Πυρωμένο μέταλλο. Χαϊδέυω ξανά τις μουντζούρες να τις ησυχάσω πριν γίνουν χιόνι και πάγος.
Κολυμπώ στο δίχτυ και κρατώ ζωντανή την επιθυμία της ελευθερίας. Μόνο αυτή επέζησε. Οι άλλες κείτονται η μία πάνω στην άλλη στους σωρούς των δολοφονημένων επιθυμιών.
Πλήθος. Παράσιτα. Λέπια. Έχω αντίληψη μόνο των δύο διαστάσεων. Ξαναμικραίνω ώσπου να γίνω ψάρι και μετά σημείο. Ένα φινιστρίνι πάρωρο και ραγισμένο σ’ένα ναυάγιο στο βυθό. Ένα ψάρι δίχως πτερύγια, δίχως μάτια. Μα μ’ένα χαρτί να κυοφορείται μέσα του, να κολυμπάει σιγανά κάτω από το δέρμα, να κάνει πόλεμο κι επανάσταση ψιθυρίζοντας ελευθερίες που δεν έζησα με νεύματα που θα μου στοιχίσουν μεγάλες ανάσες και μνήμες της μικρής ζωής μου.
Και τώρα περπατώ και όλα γυρίζουν ανάποδα. Και η θάλασσα είναι από πάνω μου και στάζει σκουριά από παροπλισμένα και ναυαγισμένα καράβια. Κι ο ουρανός είναι κάτω από τα πτερύγιά μου. Σαν ασάλευτη μοίρα με προσπερνά ασθμαίνοντας μια αγέλη από αστέρια. Κολυμπώ ανάμεσά της και πιάνομαι σε ένα από αυτά. Τα υπόλοιπα τα πατάω και όλα ανάποδα. Και όλα ο ίδιος κύκλος με τις αστροφεγγιές. Τα ίδια αστέρια ποδοπατημένα και νεκρά. Τα ίδια απεχθή μου λέπια. Και ίδια η στιγμή, παραφυάδα που απλώνεται-καινούριος φόβος- τύψεις-,με καινούριους φόβους ξορκίζονται οι παλιές πληγές, οι άλλες οι αναίμακτες ποτέ δεν είναι αλήθεια. Μόνο αυτές που κλωσάνε λέξεις και μουντζούρες και όσες επωάζουν αστέρια από σταγόνες σκουριάς ναυαγισμένων πλοίων.
Κάτι χρυσίζει. Μια δροσερή κλωστή κρέμεται από τη θάλασσα, πλεγμένη από αλμύρα και φεγγαρίσιο φως.
Αν καταφέρω να την πιάσω, να στηριχτώ πάνω της έστω και να μετεωρίζομαι. Να σωθώ πριν με καταπιεί το χαρτί με τις μουντζούρες αλλά και πάλι δεν ξέρω. Ίσως αν με καταπιεί να σωθώ.
Άλλωστε ξημερώνει. Χρόνο δεν έχω.
Και ίσως να σωπαίνω για μια ζωή. Και ίσως ζήσω για πάντα σε ένα κλαδί που θα το έχει στοιχειώσει ένα αηδόνι. Φόβους δε θα’χω ούτε χαρτιά ούτε μουντζούρες. Δεν θα ξανακολυμπήσω στο βυθό ούτε σε δίχτυα ούτε στο δρόμο θα περπατώ. Θα είμαι εκεί στο κλαδί, ένα ακυρωμένο αμφίβιο, ένα ψαροπουλί χωρίς φτερά και πτερύγια, χωρίς λέπια και μάτια μα με ένα χαρτί που θα κολυμπάει για πάντα μέσα μου, γονιμοποιώντας τις πιο ακραιφνείς ιδέες μου, που δεν θα χρειάζεται να οργανώνονται πια, και θα στέκεται στην καμπύλη του ουράνιου τόξου που θ’ανθίζει στο θώρακά μου και μετά θα γλιστράει και θα πέφτει με φόρα απ’αυτή την τσουλήθρα στο αίμα μου, και θα ξεκινάει καινούριο ταξίδι μέσα στις φλέβες με σχεδία ή πλωτό καραβάκι. Κι εγώ θα είμαι ο Νείλος του πάνω σε ένα κλαδί και η θάλασσά του μέσα σ’ένα δάσος βροχερό και απεγνωσμένο. Και από φυγάς θα γίνω παρατηρητής πεταγμάτων και αηδονιών που θα τραγουδούν ανέμελα την άνοιξη, δε θα έχω τίποτα να καταγράψω, όλα θα γράφονται στο δέρμα μου και στα μαλλιά μου, και στον οισοφάγο και στο στομάχι και στις φλέβες, στο αίμα στην καρδιά και στα κύτταρα. Γύρω μου αέρας, ήλιος ελευθερία χωρίς τρόμο κι αναπηρίες.
Από πάνω μου η θάλασσα και κάτω ο ουρανός με τ’αστέρια κι οι αρπακτικοί βυθοί εξαφανισμένοι ή αόρατοι εκεί όπου το δαιμονικό και μελανό σάλπισμά τους θα σημάνει έναν παλμό που θα ακυρώσει το λίγο μου.
Ανάσταση ο θάνατος είναι που όλο φεύγει επιστρέφοντας κι επιστρέφοντας έναστρος φέγγει παραμυθιακός με νανουρίζει σε ύπνο μακάριο κι από πάνω θάλασσα πάντα με χάρτινα πέπλα και λέπια χρυσά και πέταλα επιταφίου, εκεί όπου πάντα ανταμώνουν οι γραφές, οι ανάσες οι σταυρώσεις και οι αποκαθηλώσεις.
Με τις πληγές ορατές ή αόρατες να υποδεικνύουν σημαντικά περάσματα για να βγεις ζωντανός από μέσα σου.
Κυριακή 20 Απριλίου 2008
λειψό διακόνημα...
Μία φρίκη…
Από μικρή αποζητούσα τη δέσμευση, προφανώς για να διασκεδάσω την απαξία μου. Σε όλη μου τη ζωή προσπαθώ να αποδεικνύω κάτι που δεν είμαι. Οι επιλογές μου ήταν πάντα συνυφασμένες μ’ ένα νοσηρό συναίσθημα. Συχνά πυκνά βρισκόμουν μπροστά σε ένα τραγικό αδιέξοδο. Προσπάθησα να το ανατρέψω αυτό με λάθη, παρακινδυνευμένα πειράματα... εις μάτην... ξαναμπήκα στο αδιέξοδο και μπήκα πιο πολύ, πιο βαθιά. Ασφυκτιώ. Ούτε μπρος ούτε πίσω. Μετά τα 30 και είμαι σαν παιδάκι που έχει πρόβλημα προσανατολισμού που αδυνατεί να το αντιμετωπίσει. Περνούν από μπροστά μου όλα και δεν μπορώ ν’ αγγίξω τίποτα που έχει αξία....
Η φύση, τα δέντρα, η θάλασσα είναι σαν άχαρα ξόανα... Κατάργησα κάθε φυσική χαρά , συνήθισα να ζω μ’ ένα λαμπερό τίποτα. Αυτή είμαι. Το κακό είναι πως, όταν περιστασιακά, περνά η πίεση, και η κρίση, μου αρέσει το τίποτά μου, ίσως γιατί είναι το μόνο που ορίζω. Ένα τίποτα που όμως είναι δικό μου. Τόσο φτωχή, τόσο μίζερη...
Ένα όνειρο…
Χθες βράδυ ένα όνειρο θέριεψε σαν πραγματικό…
Εκείνος στεκόταν απέναντι από ένα μαύρο πέπλο- γυμνός από τη μέση και πάνω-, που αιωρούνταν. Στην αρχή μονό μαύρο. Μετά άλλαζε χρώματα. Μαύρο λευκό μωβ κόκκινο. Στεκόταν εντυπωσιασμένος και χαμογελούσε ανυποψίαστα, σαν παιδί που ξαφνικά ανακάλυψε κάτι μαγικό. Ήταν εκεί και το κοίταζε για πολύ ώρα. Δεν άπλωσε ούτε μια στιγμή τα χέρια του να το αγγίξει. Μετά το πέπλο άρχισε να μεγαλώνει και ν’ απλώνει αλλά ταυτόχρονα και να φεύγει, να φεύγει, μακριά και ψηλά σαν αλλόκοτος χαρταετός, μέχρι που χάθηκε σε μια αραιή συννεφιά-κάτι σαν νεφέλωμα- και μπερδεύτηκε με τ’ αστέρια. Πήγε και ξάπλωσε απογοητευμένος πιο κει, σ’ ένα σιδερένιο κρεβάτι, μετέωρο κι αυτό ή καλύτερα σαν από κάπου κρεμασμένο με αόρατα σχοινιά- σχοινιά σαν κάβοι...-, κι έκανε την κίνηση του εκκρεμούς. Έριξε πάνω του ένα φαρδύ, κατάλευκο και καθαρό πουκάμισο κι αποκοιμήθηκε. Στον ύπνο του γέλαγε. Μόλις όμως ξύπνησε και μπόρεσα να δω την πλάτη του εκεί είχαν φυτρώσει φράουλες, κατακόκκινες, φρέσκιες και γυαλιστερές...Ήταν τοποθετημένες αρμονικά, σε σχήμα πυραμίδας, με την κορυφή της στραμμένη, προς τον αυχένα του. Καθόταν οκλαδόν και δεν έδειχνε καθόλου ενοχλημένος από το γεγονός. Το κρεβάτι βρέθηκε ξαφνικά βρέθηκε σε σταθμό τρένων κι εκείνος έπαιζε με κάτι που, αν κατάφερα να διακρίνω καλά, έμοιαζε με μικρό, ξύλινο και πολύχρωμο κάρουζελ. Δεν ξέρω, αν τρόμαξα μ’ αυτό το όνειρο. Μάλλον όχι, δεν με ανησύχησε. Τέτοια είναι πάντα...
Πάντως, όσο περίεργο κι αν είναι, δεν έχω διαπιστώσει γενικά για τα όνειρά μου, ότι πρόκειται για σημάδια, εννοώ για καλούς ή κακούς οιωνούς. Μάλλον, έχουν να κάνουν με την ψυχοσύνθεσή μου.
Έλεγα λοιπόν, ότι περισσότερο ένιωσα μια συγκίνηση στη θέα αυτής της εικόνας κι ένα ρίγος απαλό διαπέρασε το κορμί μου..., παρά θορυβήθηκα από το ίδιο το όνειρο. Δεν διέκρινα καμία απειλή ν’ αναδύεται μέσα απ’ αυτό. Αντίθετα είχε μια ατμόσφαιρα συναρπαστική και μαζί ήρεμη και ξύπνησα πάλι υπνωτισμένη από την προέκταση και τις διαβαθμίσεις του και στον πραγματικό κόσμο, τον απολύτως αντιληπτό-ή όχι?-, που το αποδέσμευε αργά από την αχλύ και την παντοδυναμία του υπεραισθητού. Ξύπνησα, σαν σε παραίσθηση απόλυτου λευκού και με μια υπολανθάνουσα και υπαινικτική εμπειρία ήρεμου χάους. Πέρα από τη λογική της ζωής.
Παρασκευή 18 Απριλίου 2008
Πέμπτη 17 Απριλίου 2008
νεκροφάνεια-music story

"Περικοπές Ενός Απόκρυφου Ευαγγελίου"
Κι εγώ κρεμασμένος ανάποδα είμαι σαν νυχτερίδα από το ταβάνι. Η μέρα δε λέει ν’ανατείλει, η νύχτα δε λέγεται νύχτα. Η πραγματική νύχτα σταματάει στα διόδια…
Ξεχείλισα απ’όσα έχω μοιραστεί κι ένιωσα λειψός με όσα έχω κρατήσει. Στριφογυρνώ χαμένος μέσα σε ό,τι έχω κερδίσει. Τα δάχτυλά μου βυθίζονται σε εσοχές άγνωστες του κορμιού μου. Αγγίζω? Δεν αγγίζω? Έχω αφή, όραση, γεύση? Άνθρωπος είμαι? Παίρνω φόρα και ρίχνομαι ακόμα πιο βαθιά στο κατάμαυρο πηγάδι του σκοταδιού. Από κάτω η λεκάνη με τα βρόμικα νερά. Από κάτω εκατομμύρια οχετοί.
Ακόμα στέκομαι και κοιτάζω χαμένος. Θυμάμαι? Θυμάμαι κάποτε στα μάτια της κυνήγησα τον εαυτό μου μ’ένα μαχαίρι της κουζίνας. Τώρα στο βάθος ακούγονται παράσιτα ραδιοφώνου. Ασθενώ στο μπάνιο…Μα να ξάφνου λίγο φως. Περισσότερο. Περιοδικό σαν σινιάλο φάρου από μια μικρή κουκίδα του γαλαξία. Πιο πολύ…Ό,τι με κλώτσησε σ’αυτό το φως είναι μηχανισμός αυτοσχέδιος. Και πάλι σκοτάδι.
Τη σκότωσα απόψε. Αυτό το βράδυ. Είναι νεκρή. Τη σκότωσα στ’αλήθεια. Δεν νιώθω καμιά ενοχή. Άλλωστε,δεν είναι ένοχοι όλοι οι δολοφόνοι.
Ακούω ξαφνική δυνατή βροχή. Αλήθεια είναι τώρα αυτό? Πάντα ένιωθα ο Άμλετ της Βροχής κι ας ήμουν μόνο ο Άμλετ της Σελήνης…Τα παράθυρά μου είναι πάντα ανοιχτό κύκλωμα στη βροχή. Έχω ακόμα αίματά της στα χέρια μου. Τη σκότωσα κι αγκαλιάζω το κορμί μου με το αίμα της. Είμαι γυμνός. Αγκαλιάζω το κορμί μου. Το συγχωρώ και ακούω τι μου λέει, τι κρύβει το σώμα μου. Κι από πάνω τα όρνια κύκλους κάνουν, πάνω από το πτώμα των εκλεκτών. Κι από κάτω η λεκάνη με το βρόμικο νερό. Η λάσπη. Ο βόρβορος. Ο οχετός. Μια νυχτερίδα είμαι, αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάω. Μια νυχτερίδα κρεμασμένη ανάποδα και τίποτα άλλο. Τη σκότωσα κι έδιωξα τους μύθους της στα πέρατα της γης…
Τίποτα τώρα δεν μπορεί να με κρατήσει δεσμώτη. Είμαι ελεύθερος. Είμαι γενναίος,δεν είμαι δειλός.Ό,τι σκότωσα πουλάω μα αυτό το αίμα με δένει σφιχτά σ’έναν αρραβώνα ακριβό.
Τη σκότωσα και ξεμπέρδεψα. Πάω στο ανοιχτό παράθυρο τώρα. Δεν έχω μοίρα. Πηγαίνω όπου με πηγαίνουν τα μάτια μου. Τρέμω μα είμαι ολόκληρος τώρα. Η λεκάνη μακριά. Και τα βρόμικα νερά. Κοιτάζω τον ουρανό. Μαύρος που είναι κι αυτός. Μόνο το θολό κόκκινο φεγγάρι ξενυχτάει μαζί μου,να μ’έπαιρνε μαζί του,έχω σαλτάρει σ’αυτό το κελλί.
Βγαίνω σιγά σιγά από το παράθυρο. Δεν πατάω στο έδαφος, είμαι σίγουρος γι’αυτό. Νυχτερίδα ή πουλί. Δεν ξέρω να πω. Πάντως πετάω μακριά από τη λεκάνη. Τη σκότωσα. Πάντως πετάω. Με τα χέρια ανοιχτά…Πετάω πάνω από παιχνίδια ζωής που είναι η αρχή και το τέλος…Πετάω πάνω από τη θάλασσα σαν άστρο καρφωμένο σε κατάρτι. Επιτέλους τη σκότωσα. Κι ας ξέρω πως σε ό,τι εκείνη προσπερνάει εγώ θ’ακολουθώ. Θ’απλώσω το χέρι μου για μια ακόμα φορά, προσπαθώντας ν’αγγίξω το φάντασμά της, που όλο γλιστράει.
Τώρα όμως-αγκαλιασμένος με το σώμα μου και από τα φτερά μου-χορεύω χορεύω χορεύω και με δικαιώνω και τη μοίρα μου που μου την είχε στημένη, σκοτώνω πάνω σ’αυτό το γλέντι.
Τη σκότωσα. Ελεύθερος. Με αίματα. Και είμαι μόνος κι ελεύθερος. Εγώ και ο εαυτός μου. Και ο παράδεισος είναι που μοιραζόμαστε τούτη την κόλαση μαζί…
Ό,ΤΙ ΕΦΕΡΕΣ ΜΑΖΙ ΣΟΥ...
Μεσάνυχτα και θάλασσες στα χείλια.
Επείγουσες παρακαμπτήριες και τεθλασμένες ξαστεριές.
Βροχές στα μάτια.
«Μυστικά στα δόντια».
Της Δονούσας τις Ιουλιανές ημερομηνίες
Πέντε λόγους ματαίωσης του γυρισμού σου
Την αϋπνία του Σεπτέμβρη
Επιπλέον τα Μεγάλα Κενά Καινά.
Βαθύτερες δεσμεύσεις.
Τεμπέλικα Σκιάχτρα.
Τροπικάλ κανιβαλισμό.
Πλατσουρίσματα ασπιρίνης.
Κούτες με υπερβατικό ρομάνς.
Ντιβάνια διαταραχών, προέλευσης ασιατικής.
Την «Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι» και τη
«Μικρή Φιλοσοφία του Έρωτα».
Το νούμερο 12. Το απωθημένο 16. Το μεταπτωτικό 8.
Το «Arabesk» της Τζέιν Μπίρκιν.
Μία μόνο nuit blanche.
Δύο ανώδυνους θανάτους.
Το πεταλοειδές, εκκεντρικό και υπέργειο Palazzo σου.
Το Clein, τα κάρμπον αξεσουάρ, τα πεντάλ,
την κόκκινη μπαντάνα και το κράνος.
Τη βαλίτσα με τα αντικαταθλιπτικά αεροπορικά εισιτήρια, το
Μαρακές, τη Δαμασκό, την Αλεξάνδρεια, την Καλκούτα,
λέξεις ολοστρόγγυλες, δύο πίνακες του Γκρέκο, έναν Μιρό, έναν
Βελάσκεθ και τους περισσότερους του Ιερώνυμου Μπος.
Το «Τσάι στη Σαχάρα», το «Δαμάζοντας τα κύματα», τον
«Οιδίποδα» του Φελίνι και το «Stranger than paradise».
Τον ηλιακό δίσκο των Φαραώ.
Μοσχολίβανο και σμύρνα.
Μπουκάλια με Sangiorese, Chianti, Santacrose.
Πίπιζες της Τζαζούκ και γκαραγκάπ.
Χούφτες βράχια.
Crocus Sativus linneus με μέλισσες, παρινάρια, παρκίες για καφέ.
Το Νότιο παρελθόν μου. Αναμνήσεις χωρίς γένος.
Μια πεταλούδα. (Προσήλυτος και προσηνής…)
Πεταλούδες με ρεβένια. Χελιδόνια με ρομβίες.
(Προσφυγικέ μου, ήρθες με σαμπάγκ, σκαληνός για πάντα…)
Τη βάρκα σου γέμισες με σεληνοτροπικά φυτά και κοραλλένιους
σκοπέλους, σοκολάτες και παραμυθάκια του Τιμ Μπάρτον,
έναν μουδιασμένο τζουρά, ξάρτια…
(Επαμφοτερίζων ζούδιαρης…)
Ημίθραυστος. Ημιρραγής.
Καλάθια με καμουχάδες.
Πανέρια με ατλάζια και γιούσουρι.
(Δαψιλεύεις. Ιοβόλος…)
Διάλιθους χαλκάδες.
Εσράρ.
Καβάλ – Νέϊ – Μπετίρ.
Με εκδορές από πορτμπονέρ στο λαιμό.
Πρηνής τους αστραγάλους μου φιλάς.
Απαγγέλλεις ρουμπαγιάτ (εύχροιος…)
Ρύομαι se…
Εσύ ειλητός.
"Οι Τρομπέτες του Οκτώβρη"
Τετάρτη 16 Απριλίου 2008
Μαρόκο
Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης
Πρώτη εκτέλεση: Άλκηστις Πρωτοψάλτη
Μια νύχτα στο Μαρόκο
λαχτάρησα να ζήσω
με μυρωδιές κι αρώματα
φωτιά στα χρώματα.
Μία νύχτα με φεγγάρι
καινούριο κι αναμένο
μετάξι μαύρο να φορώ
να βάφω το νερό.
Μια νύχτα μόνο τάξε μου
φαρμάκι αν θέλεις στάξε μου, μετά.
Μια νύχτα μόνο τάξε μου
να φέγγω στα ματάκια σου μπροστά.
Μια νύχτα σαν κι αυτή
θάνατο κι αρχή - σου ζητώ
Μια νύχτα στη Βεγγάζη
να βγω φωτογραφία
στα φώτα κάποιου βαποριού
στα χέρια τ' αγοριού
Μια νύχτα με τραγούδι
πεντάρφανο και ξένο
κι αν πιάσουν τ' άστρα πυρκαγιά
θα πέσουν στη καρδιά.
*εδώ ερμηνεύει η Έλλη Πασπαλά
Τρίτη 15 Απριλίου 2008
cascade-future sound of London
Μνήμη χαλάω
Χαρίζω ραγισματιές
Ποιος τολμά εδώ
Φόβους πουλάω
Κλαδιά-φύλλωμα-ρίζες
Άδεια κοιμάμαι
Ξυπνάω φρουρός
Σε όνειρο παίδεψα
Μνήμες φόβους
Ποιος θ’αντέξει νυν
λεύκας κλέφτης παγίδα
δέντρο γυμνό πλην
Δευτέρα 14 Απριλίου 2008
Ανάθεμά σε-Παντελής Θαλασσινός
Φαίνεται πως ο Απρίλιος έχει μια διαρκή δράση κι επίδραση μέσα μου,σε ό,τι σκέφτομαι,επενδύω,κάνω,λες κι "αλλάζει εντός μου ο ρυθμός του κόσμου"...Από παιδί ευχόμουν κάτι να γίνει και να μην τελειώνει ποτέ...Υπεξαιρώ στα κρυφά στιγμές του,τις αποθηκεύω,τις φυγαδεύω στη μέσα μου ζωή,εκεί δεν τελειώνουν -αλήθεια- ποτέ.Εκεί κανείς απ΄όσους αγάπησα δεν τελειώνει.Και δεν τον αποχωρίζομαι.Εκεί οι στιγμές διαρκούν για πάντα...Είναι ο μόνος μήνας που τον βιώνω ως θεατρικό με άπειρες πράξεις...Παράλληλα είναι και μήνας αποτιμήσεων και αφιερώσεων.
Έτσι,Παντελή,για χίλιους λόγους σου χαρίζω το τραγούδι αλλά πιο πολύ για την αναμμένη μηχανή του καϊκιού το 2000 και για το "τι ωραία που είσαι" τον Απρίλιο του 2001,κι επειδή η Άνοιξη και το Πάσχα θα σε θυμίζουν...
Σ'ευχαριστώ για όλα,
κι αν άργησα για την αφιέρωση αυτή,συγχώρησέ το μου,όπως ξέρεις πάντα τόσο όμορφα να συγχωρείς...
ακηδεία

λίγο πριν σπρώξουμε πιο μέσα μας πλανόδιες σελήνες πεινασμένες
Και στριμωχτούμε σ’αναμνήσεις σκονισμένες
Θα στερηθούμε μια ανάσας το δίχτυ που θα κλείσει
Ανάμεσα σε αντίχειρα και δείκτη
Αφορισμένες θύελλες κι ανέμους πιο κακούς
Που θ’ακυρώνουν βίαια κι οριστικά την πτήση
Η έμπνευση είναι βαλτή να μας πουλήσει
ολόκληρο το δέος της,
αν έτσι γίνεται πιο εύκολο να μας καταποντίσει
κι αν φοβηθούμε το χαρτί,
-έτσι ή αλλιώς-
Από παλιά μας πυρπολεί στυγνά του εγκεφάλου η στύση…
Μέσα απ΄τη μνήμη του λωτού και του ιππόκαμπου το βίο
Μας απειλεί από αρχής, στα όρια της παρακμής να μας κρατήσει…
Αν τώρα άλλο δεν μπορεί, δένει το χέρι στο χαρτί
-το τελευταίο φόβητρό της να εξαντλήσει-
Το μυστικό της σαν νεράκι θα κυλήσει
-καράβι χάρτινο που άντεξε κουρσάρους-πειρατές μαζί-
Για να χαρεί λίγο η αφή κι ό,τι δεν ξόδεψε μας ζει
Με μία νίκη ολόχρυση να μας παραπλανήσει
Σφίγγοντας βράγχια με θηλιές
και αμνηστεύοντας ανάσες-αναστήματα
Σε χίλιες αστραπές κρυφές, τα θελκτικά της βήματα
Σ’έναν καιρό, σ’έναν τροχό θα τα ξαναγυρίσει
Με μια μυλόπετρα στεγνή που τρίβει αδήριτη πληγή
Ακόνισε λέξη διττή,του τάφου ασπίδα, θολωτή φραγή
Στο άσπρο σύμπαν του χαρτιού πριν ακουμπήσει
μέλος που έχει οδηγό έναν πανάρχαιο ουρανό
να μας χαρίσει…
Κι άλλο αυτό που θέλει, άλλο μπορεί
Στην πιο απόκρημνη ρωγμή
Μ’αυτό το αίνιγμα νωπό να μας ραντίσει
Κι ενώ με γρίφους πιο πολύ παραπατώντας στην αφή
-αναπαριστάται θαμπά η λευκή μαγεία
Απεκδυόμενη την ιερή ασυλία-
Από χαρτί σ’άλλο λευκό να μας περάσει
Το άδειασμα άγριων φαλλών
Σώμα που εμβόλιμο άλλο σώμα θα ταράσσει
Στην εντροπία ομφαλών και οφειλών…
Κυριακή 13 Απριλίου 2008
βραδυνές αφιερώσεις...
Στον Μίλτο για τη βόλτα στο Νείλο...
enfant rate για σας,γιατί μου έχετε λείψει,και γιατί περιμένω εκείνο το λευκό ποίημα...
Σάββατο 12 Απριλίου 2008
Παρασκευή 11 Απριλίου 2008
Πατάρια
Πατάρια συρρικνώνονται γιατί αφορίζουν βάναυσα
Μια έγκυρη ευταξία
Όποιος τα επινόησε, ερμηνεύοντας μια άρια,
Ανατέλλει σε μιας κλίμακας βουβής
Την αλίμνια απαξία
Βαριά και μολυβένια μυρωδιά
Πατάρια μες στο χώμα της βροχής
Εκεί όπου η πατριδογνωσία υφίσταται την καθίζηση
Των στέρεων σωμάτων της ευχής…
Και η λοχεία κρέμεται σαν άγκιστρο σε κόγχη
Περιτομής που θάλλει
Σαν έμβρυο ύψιστης μεταβολής…
Πατάρια που θυσίασαν τις κρύπτες τους
Σαν έμβολα τυφλής ιέρειας
Στους οιωνούς μιας άριστης επιτομής της γης…
από:"Τα όνειρα καπνίζουν"
Πέμπτη 10 Απριλίου 2008
Η Ροζ Βασίλισσα και το Λάθος
Νίκος Εγγονόπουλος-ΑρραβώναςΤελευταία φορά που πεθαίνω, είπε χαμηλόφωνα
Εστεμμένη – αν μπορούσα να δω – μια απαλή μάχη,
έναν τρυφερό πόλεμο.
Μετανάστευσα πολλές φορές. Άλλες με ελικόπτερο.
Άλλες με υπερωκεάνιο.
Είδα – όπου κι αν πήγα – άμπιεντ εγγραφές, βιομηχανίες τσίρκων.
Παντού, όλα έμοιαζαν. Όλα ίδια. Πρόσωπα και ιδέες.
Αυτοδύναμα άχρηστα. Ετερόφωτα. Βουτηγμένα στην παθογένεια.
Περιφερειακή η ζωή των άλλων.
Κεντρομόλος η δική μου.
Στις αγορές – αδόκιμη – φώτιζα τις εστίες της υπόδυσης.
Επίμονη ντίβα.
Περιηγήθηκα. Περιπλανήθηκα σε δικτυακούς τόπους.
Καλογυαλισμένα περίπτερα, Super City, «διαφωτισμός»,
Εντιτόριαλ, συμπυκνωμένες εκδοχές.
Περιπατητική εκεί όπου υπήρχε ανάγκη
Χάιδευα το φαράγγι του Βυρού, τη Φακίστρα, τον Αρμενιστή,
τη Ζαχλωρού, τις κορυφές του Ταΰγετου.
Ορκίστηκα στις οξιές και στο δειλινό του Νυμφαίου, να τα
χαϊδεύω όσο ζω.
Φίλησα στο στόμα τα δελφίνια της Κύθνου και τις
πευκοβελόνες της Πάρνηθας.
Στρογγυλές ανάσες εγκατέλειψα στο λεμονοδάσος του Πόρου.
Θροΐζει η αφή στα Αρμόλια…
Χαράζω μαζί με τη μέρα στη Νουβιακή έρημο.
Ίσως πεθάνω μια φορά ακόμα, στις γειτονιές των ψαράδων
ή στο θρόνο των δύο Γαιών.
Ή από το εκτυφλωτικό Βόρειο Σέλας
Στο Ομάν από ένα σκληρό καλοκαίρι,
από τη βαριά μυρωδιά του λιβανιού.
Αναίμακτα δε γίνεται ποτέ.
Τα περάσματά μου ήταν απώλειες για τους επαΐοντες.
Γειτνίασα μόνο με τον Αύγουστο
Έψαξα στους βυθούς μαργαριτάρια. Έσκαψα τους βυθούς.
Κατοίκησα σε αυτοκρατορικά κελιά
Διαθέσιμη στις διαθέσεις
Απορριπτική στις εξορύξεις
Εκμαιευτική στις κρυψίνοιες
Στη μέση έδεσα πορφύρα
(Παντού αιμοσταγής ο κόσμος,
παρά τα γοητευτικά ανάγλυφα…)
Στο άγονο λευκό έριξα μαύρη σπορία
και ανατολικά αστέρια.
Εθελόντρια στις ημερομηνίες των μισών φεγγαριών
που σηκώνονται αργά.
Για να γλιτώσω από εισβολείς, έφευγα κρυφά με τρεχαντήρια.
Πάλιωσα απ’ το φως του Αρχιπελάγους
Βυθίστηκα στη λίμνη Άβυθο
Είπα μυστικά στη σπηλιά της Δρογαράτης
Μύρισα τα’ αρώματα απ’ τα σουκς της Ταγγέρης
Ήμουν ελεύθερη
Ώσπου ένα ένοπλο κίνημα – το λάθος –
η επέλασή του, καθηλωτικός γρανίτης
ισοπέδωσε το βασίλειο της Ελευθερίας μου.
Ελέησόν με Κύριε
Έλιωσα κάτω από βαριές ερπύστριες
Περαίνω περιδεής
(Δεν πλαστογραφώ…)
Αφορούσα κανέναν;
από το "Οι Τρομπέτες του Οκτώβρη"
Τετάρτη 9 Απριλίου 2008
ΧΡΗΣΜΩΔΟΣ
Στοιχεία ανέλπιστης μεταφοράς
Ας την εφεύρω αλλιώς, λέω,
Μα οι λόγοι αθροίζονται,
Στιγμιότυπα
Εικόνες που δηλώνουν την ελκυστική δυνατότητα
Των περιστάσεων-συγκυριών
Η ενδημική νόσος των παραστάσεων
Και η καταναλωτική τέχνη της ρητορείας
Σε οχυρά παρωχημένων πλαισίων
Τι μου μένει να κάνω?
Μήπως να έμενα εδώ...
Στο πνευματικό επίκεντρο των εκμαγείων
από το "Ράμφος"
Τρίτη 8 Απριλίου 2008
σκιές

Λύπη ακάθαρτη
Κλίνει βοές
το απειλητικό της στόμα
Ξερνά φύκια και φωτιές
Νύχτα που φθείρεται
Πιο τυφλή απ’τους τυφλούς
Στο φως που σύρεται
σχεδία από σορούς
αφημένη σε κάμπο
Να ήταν πλωτός
Ο ποταμός σας σκιές
Γερμένη στων ώμων σας
Τα κάγκελα από γιούσουρι
Που τα μάτια μου θα σκέπαζε
Πόσες υδάτινες δράσεις
Θα χώραγε
Απλωτές
καρφωτές
Υποβρύχιους φόνους
Να ξόδευα έτσι
Δίχως να υποπτεύομαι
Πόσα πάθη πέρασαν
Την ομορφιά μου χτύπησαν
Ανάμεσα στα μάτια
Σκιές που έσπειρα,
Σκιές που θέρισαν σκιές
από "το έλαττον της αθανασίας"
Κυριακή 6 Απριλίου 2008
αγκάθι...
θανάσης παπακωνσταντίνου-σωκράτης μάλαμας,"χαμένο ρούχο"...
Της άνοιξης τα «ρόδα»
Με φτιάξαν «ποιητή»,
Όλους θα τους τυλίξω
Σε μια κόλλα χαρτί
Πες μου από ποιον ν’αρχίσω
-Μούσα μου θαλλερή-
Δες με! είμαι κουτή!
Και οδηγίες δεν έχω
Δε γράφει στο «κουτί»…
Ποιος θα τους πει μονάχα
Πως είμαι εγώ κι αγκάθι
Τα ποιήματά μου τάχα
Παρανομούν στα βάθη
(κι όταν μυρίζω ρόδο
Με πιάνει και συνάχι)
Αυτοί όμως επιμένουν
Είσαι ποιήτρια-λεν-
Το γάιδαρό τους δένουν
Και ας κραυγάζω δεν
Έτσι καλά και σώνει
Κι αφού με θέλουν μεν
Προσδέστε με στη ζώνη
Πηλίκου του μηδέν
(συν) τέτοια τραγουδάκια
Σκαρώνω εγώ για σας
Φωλίτσες για στιχάκια
Της του σωρού γενιάς…
(κατασπαράξατέ με
Αντάρτες της σειράς
Κοράκια και γεράκια
Και κατά τας γραφάς…)
Άλλωστε εκεί ανήκω
Πώς να το αρνηθώ
Και αν και αλλού προσήκω
Θα πάω να «σκοτωθώ»
Το άπειρο μεγάλο
Μα πιο πολύ μηδέν
Βρίσκω μέσα στο «μάλλον»
Κι από ουσία ουδέν…
Παρασκευή 4 Απριλίου 2008
Γυμνάσματα Σκοταδιού(1ο μέρος)

ΕΠΩΑΣΕΙΣ
ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΝ Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗ
Θάψε γρήγορα…κανείς μη μας δει
Σκοτάδι είναι αλλά τρέχει κι αυτό
σύννεφο γρήγορο,
Ένας αδέσποτος νυχτερινός αέρας το σπρώχνει
Θάψε στο σκοτάδι, στις γωνιές του, όπου μπορείς…
Είναι δύσκολο να το διαρρήξουν αυτοί
Και να βρουν τι έθαβες εκεί τόσα χρόνια
-φόβους, ίσκιους, πλάνες, όνειρα, αισθήματα,
Αυθαίρετο ουρανό, φεγγάρια εκτός σχεδίου, χίμαιρες και χειμάρρους,
Την ποίηση την ανεικόνητη, κόκαλα θρυμματισμένα από χεράκια παιδιών,
Σημαίες, ζεστά καλοκαίρια, φωτιές,
τη λήθη, το πεπρωμένο, την έκνομη ελευθερία σου,
Μέταλλα πυρωμένα, βλέμματα ελαφιών, συμπλέγματα της Μήδειας,
Τις «τραγωδίες», τη δική σου ιστορική μνήμη, τους δορυφόρους,
τα αστρόπλοια, τις αυτοσχέδιες αναπνοές σου…-
Και μετά, όταν θα’ρθουν οι ζηλωτές της διαύγειας και
Θα σου ζητούν εξηγήσεις, σκάβε το σκοτάδι σου και ξέθαβε…
Θα χρειαστεί ν’απολογηθείς
Τους νοιάζει που έθαψες, όχι που προφύλαξες…
Δεν ξέρω, δεν ήθελες να δώσεις εξηγήσεις…
Ήθελες-πόσο ήθελες!-να τ’αφήσεις εκεί στην
Αγαθοεργία του σκοταδιού να επωάσουν
Κι άλλα ανώνυμα και αγαθοποιά ρεύματα ποίησης.
Να τα ανακαλείς κατά τη δική σου αγάπη και συντριβή.
Μα τώρα σκάβε και ξέθαβε,
Τα θέλουν όλα στο «φως»…-έτσι λένε-
Όχι στο φως το φυσικό, αυτό το τρέμουν περισσότερο απ’το σκοτάδι,
Στο άλλο φως, το τεχνητό, το κατασκευασμένο
Το αιμοδιψασμένο για ισορροπίες, και αφορισμούς
-ιεροφάντες της ρητορίας, λυσσασμένοι ιεροεξεταστές-
Θέλουν, με τον ξηρότερο, τον πιο άνυδρο τρόπο
Να τους τα πεις, να τους ομολογήσεις,
Την ανίερη πράξη σου, της ταφής,
Όπως ο καταδικασμένος να αντιδράσεις
Από την αρχή σε όρισαν κατάδικο…
Να βάλεις υποθήκες με ευκρίνεια και σαφήνεια
Με τη μέγιστη καθαρότητα,
Να διατυπώσεις ακριβώς τις συμπεριφορές των στίχων σου,
Ν’αποκαλύψεις-δίχως να τους κουράσεις- όλα τα μυστήρια της ζωής σου
Λυμένα και άλυτα-κυρίως τα άλυτα που σε κρατάνε στη ζωή και στην Τέχνη-
Να τα θυσιάσεις-σπονδές αγέρωχες- στα θυσιαστήρια της αποσβολωμένης απραγίας τους…
Δεν εννοούν την ευκινησία των ψιθύρων σου
Ξέθαβε εσύ…
Εκείνοι στέκονται πίσω σου με φακούς στα τρεμουλιαστά χέρια τους
Σοβαροί κι αδιάφοροι
Για όσα ξεθάβεις…
Για όσα διά γραφής και διά ζώσης πίστεψες αληθινά και ουρανικά…
Για όσα ψέλισσες μυστικά στο μαύρο πηγάδι του σκοταδιού σου
Στο μαύρο κήπο των ηδονών σου
Για όσα χάραξες στο φλοιό της μαύρης ελάτης σου…
Και γονιμοποιούσαν τις σπίθες σου
Έθρεφαν τις φλόγες σου
Παραδίδοντάς σε σε μύθο απελπισμένο,οδυνηρό
αγωνιώδη μα παντοτινό…
Ξέθαβε τώρα,
Το μαρασμό…
Τις ρυτίδες σου που τόσο μισούσες…
Όλη τη μνήμη που σε πλήγωνε
Τη φθορά που δεν ήθελες για καθρέφτη σου,
Τις περιπλανήσεις σου στην Κορνίς,
Στο βραδινό σου καζίνο,
Με τα χέρια στις τσέπες του αοράτου κινδύνου σου
Τ’ανολοκλήρωτα καλοκαίρια στα κοιμητήρια…
Σου ζητούν να τα πεις με λόγια απλά, ξεκάθαρα,
Στρογγυλά σαν κύκλους-το φαύλο δεν τους απασχολεί-
Χωρίς ποιητικές περιστροφές και αποστροφές
Δε χωρεί παρανόηση εδώ
Δεν το βλέπεις αγαπημένε…
Θέλουν τα λόγια του αφρού.
από τις "κηδείες"
Πέμπτη 3 Απριλίου 2008
Τετάρτη 2 Απριλίου 2008
ΑΙΘΗΡ:γιος του Ερέβους και της Νυκτός,αδελφός της Ημέρας...

great gig in the sky-pink floyd
Το βράδυ πέρασε κενό. Άδειο και το ξημέρωμα. Ένα κενό τεράστιο και σκούρο, που στα βαριά του χτυπήματα μπερδεύονταν πότε πότε και τα άλλα, του ρολογιού,του άμονιού,σαν χαλασμένοι,απορρυθμισμένοι,παράλληλοι μετρονόμοι…[…].Η ζωή του έτσι κι αλλιώς είχε τελειώσει, είχε συντελεστεί πολύ πριν χαθεί στα υγρά μπουντρούμια της απομόνωσης.«Μια ποινή που αφαιρεί τη ζωή,παύει να είναι κοινωνικό,εγκόσμιο μέτρο και συνιστά αναπότρεπτη για την κοινωνική φύση του Δικαίου ανάμιξή του σε ξένο προς αυτό χώρο,συγκεκριμένα εμπλοκή του στο χώρο του μεταφυσικού ερωτήματος για το νόημα της ζωής και του θανάτου…».
Είμαι ακόμα εδώ, άβιος, προσπαθώντας αλλά αδυνατώντας να κρύψω το πένθος μου. Είμαι εδώ ν’αλλάζω τη σχέση μου με το Χρόνο. Με μια βαθύτερη δίψα ν’αποκαθηλωθώ από τις «σταυρώσεις», ν’αναστηθώ μέσα από τους θανάτους που έχω ζήσει,και νά,ο επόμενος εδώ μπροστά μου…σιωπηλός,κοφτός,γρήγορος,αθόρυβος,αναπόφευκτος…αείφορος…
Εγώ σιωπώντας όπως όλοι οι νεκροί…αγάλλομαι…Έγινα ένας γραφικός τρελός που φιλοσοφεί ακατάσχετα τις λίγες ώρες που του μένουν. Και λίγο πριν εξοντωθώ τελείως από της ίδιας μου της ελευθερίας το πικρό και οριστικό προνόμιο,λίγο πριν ενδώσω σ’ενός κόσμου ασύδοτου το μαύρο χάος,έμαθα πως αυτός ήταν ο διηνεκής προορισμός μου. Πάντα από τη δική του μοίρα ελκόμουν και δενόμουν μαζί της κι ας κόμπαζα για τον περιπλανώμενο μυστικισμό μου.
Η ιδιαίτερη συγχρονία μου με τον κόσμο των νεκρών,φαντάζει τώρα αβελτηρία. Διασκεδάζω με τη θλίψη μου και, τι άλλο μπορώ να κάνω από το να φαντάζομαι καθαρό και ψυχρό αέρα να διασχίζει την ψυχή μου,να περνά ακριβώς από το αιώνιο κέντρο της και να σαρώνει πλάνες κι εμμονές και να την καθαρίζει,να την ξαστερώνει,να τη μεταβολίζει…
Ο άνεμος,ο ουρανός ο δρόμος μου…
(όρθιος και παραπατώντας αργά ανάμεσα σε δεσμοφύλακες και το διοικητή της πτέρυγας Γ’ των φυλακών,με χειροπέδες στα χέρια, δεξιά κι αριστερά κελιά. Οι περισσότεροι κρέμονται απ’τα κάγκελα,προκειμένου ν’αποτυπώσουν,ίσως και «ν’απολαύσουν»,τις τελευταίες στιγμές της ζωής του. Ο ίδιος σκέφτεται καθώς βαδίζει σ’ένα κόσμο που θέλει ν’αφήσει πίσω,οδεύοντας προς την οριστική λύση του δράματός του,το θάνατο. […])
Όλοι φαίνονται γκρίζοι,πιο γκρίζοι κι απ’τις στολές που φορούν. Ακίνητοι με τα χέρια κρεμασμένα στα σίδερα σαν καρφωμένα. Σαν ξεχειλωμένα και καρφωμένα είναι και τα χείλια τους και κρέμονται προς τα κάτω μετρώντας την απόγνωση και την ανελευθερία που τη συνήθισαν τόσο που,αν τους την πάρεις,μπορεί να σε σκοτώσουν…Τόσο ακίνητοι! Σαν μαρμαρωμένοι βασιλιάδες μια πλάνης κι ενός βασιλείου σιωπής και αναξιοπρέπειας. Κοίτα τους! Ούτε τα βλέφαρά τους δεν ανοιγοκλείνουν, τόσο ασάλευτοι,σαν κάποιος να τους έραψε πρωί πρωί τα φρύδια σύρριζα στα βλέφαρα. Και τα μάτια τους τόσο ανοιχτά κι όμως τόσο κλειστά και κόκκινα σαν των βρικολάκων από την αιμοποσία,έτοιμα να στάξουν σταγόνες και μετά ποτάμια αίμα. Μοιάζουν περισσότερο ξεφλουδισμένοι κι από αυτούς τους άθλιους τοίχους που μετά βίας κρατούν στη ζωή τη ζωή τους…Ακόμα πιο ξεφλουδισμένοι σε κάθε μου αργό βήμα,σαν να τους λείπουν κομμάτια δέρματος,σάρκας,σε άλλους δόντια,σε άλλους μαλλιά,μάτια…
Και όλο αυτό το γκρίζο μαζεύεται,μαζεύεται,από τα χνώτα τους από την ψυχή τους,από τις πανοιμοιότυπες στολές τους και γίνεται μια μάζα μεγάλη και σκοτεινή,μια μαύρη σπηλιά,ένα τεράστιο στόμιο που ρουφάει τη συνείδηση,την αντίσταση,τους ήχους του ρολογιού,του αμονιού, όλα…και το κακό και το δαιμονισμένο και το ξερνά σαν φωτιά και σαν χιόνι μαζί-λιωμένο,ανακατεμένο με χώμα- και σαν χειρότερο κακό.Απ’όπου περνάω δε γυρίζω ξανά το βλέμμα μου πίσω. Μόνο που να,τα πρόσωπά τους τώρα μοιάζουν πιο σκούρα απ’ό,τι συνήθως. Περισσότερο μαύρα. Σαν να έχουν τρίψει σ’αυτά κάρβουνο. Νάρκες σ’έναν ξεχασμένο βυθό. Κρίμα που δεν καταφέραμε καμιά συνάφεια, καμιά συγγένεια, κάτι ελάχιστο να μοιραστούμε. Κρίμα που δεν καταφέραμε να ξυπνήσουμε μέσα μας κάτι άλλο…Δεν ξέρω,μια άλλη οντότητα ίσως, ελευθερωμένη,αδέσμευτη από τη βαριά κοινωνική μας μοίρα…Να ψελλίσουμε έστω,μια ασυλία στην ψυχή μας,να συλλαβίσουμε μια απόπειρα ηθικής αλληλεγγύης. Κρίμα που όσοι θα μείνουν και θα ρυθμίζουν όλα τούτα, θα τα ορίζουν ίδια από μια δήθεν αρχή όλα και θ’ανταλλάσσουν άλλοθι μεταξύ τους, μέσα σ’ένα ψευδαισθητικό και παραισθητικό και παρασιτικό χαρακτήρα ζωής και μιας αξιοπρέπειας που θα τους απομένει να «διεκπεραιώσουν»…
Ξέρω πότε αυτά τα πρόσωπα θ’αλλάξουν για λίγο και θα γίνουν φωτισμένα. Ξέρω πότε θ’απαλλαγούν από απειλητικούς ιλίγγους και από τα ρίγη αρχέγονων φόβων. Κάθε βράδυ Ανάστασης θα συμβαίνει αυτό! Κάθε ιερό κι αθώο βράδυ Ανάστασης. Ναι, αυτά τα βράδια αλήθεια θ’αλλάζουν για λίγο, όσο θα διαρκεί το «Χριστός Ανέστη» και θα χτυπούν δυνατά και χαρούμενα οι καμπάνες και θα σκάνε στον ουρανό πυροτεχνήματα…τότε τα πρόσωπά τους θα λάμπουν αγλαϊσμένα,θα γίνουν σχεδόν διάφανα από το φως…Και θα γελούν και θα γελούν,σαν μικρά παιδιά. Τα μάτια τους θα είναι πεντακάθαρα και ξαστερωμένα και θ’αστραποβολούν σαν να τα ξέπλυνε μόλις μια ανοιξιάτικη δυνατή μπόρα. Και τότε, θα γελούν ακόμα πιο δυνατά και θα μεταδίδουν αυτό το άδολο γέλιο σε όλους μας,θα φτάνει και ως εμένα,ως τη βαθιά σπηλιά του θανάτου μου και θα γελάμε όλοι μαζί με την πιο μεγάλη χαρά του κόσμου και την πιο αισιόδοξη ελπίδα,πως όλοι κάποτε «θ’αναστηθούμε»,πως όλοι κάποτε θα ζήσουμε ελεύθεροι,χωρίς δεσμά,φρικτούς ζυγούς και τυραννίες,που κρατούν την ψυχή και το μυαλό μας φυλακισμένα και δεν τ’αφήνουν να πετάξουν…Κι όλους θα μας ενώσει αυτό το «Χριστός Ανέστη»,όπου κι αν βρισκόμαστε, αειφανείς και αόρατους,στον ουρανό,στη γη ή μέσα στη γη,σαν σπίθα και φλόγα που θ’αναβλύσει από τον εσωτερικό ουρανό μας,αδέσμευτη,και θ’ανεβεί πιο ψηλά,πιο ψηλά,μέχρι που θα φτάσει σε κάποιο θεό που θα μπορεί να συγχωρεί κρίματα και αμαρτίες και εγκλήματα και μικρότητες και θα μας παραδίδει εξαγνισμένους και καθαρούς στον πιο παιδικό του παράδεισο…
(Οδηγείται στο θάλαμο εκτέλεσης αγχέμαχος…Τον ξαπλώνουν σ’ένα φορείο που βρίσκεται στο χώρο και οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι τον δένουν με δερμάτινα λουριά. Κατόπιν του περνούν δύο ορούς,έναν σε κάθε χέρι και τον συνδέουν με το μηχάνημα που κάνει το καρδιογράφημα. Οι υπάλληλοι περνούν πίσω από μια κουρτίνα,στο δικό τους θάλαμο. Εκεί βρίσκονται οι οροί με τα σωληνάκια που διασχίζουν την κουρτίνα και φτάνουν στις φλέβες του. Εκεί υπάρχει και το μηχάνημα που παρακολουθεί την καρδιακή του λειτουργία. Στον τοίχο κρέμεται ένα τηλέφωνο-βουβό-,για τις περιπτώσεις που η πολιτεία θ’αποφασίσει την τελευταία στιγμή να δώσει χάρη. Οι υπάλληλοι ρίχνουν κλεφτές ματιές προς το μέρος του. Την ίδια ώρα εκείνος έχει την ευκαιρία να κοιτάξει μέσα από ένα παράθυρο και να δει τους μάρτυρες της εκτέλεσής του. Ανάμεσά τους διακρίνει κάποιους συγγενείς της γυναίκας του-ο ίδιος την έχει σκοτώσει-,δημοσιογράφους,έναν ιερέα…Έχει το δικαίωμα να κάνει τις τελευταίες του σκέψεις, να πει τα τελευταία του λόγια. Από την άλλη πλευρά της κουρτίνας οι υπάλληλοι-εκτελεστές παίρνουν στα χέρια τους τις σύριγγες και ένας ένας ρίχνουν το περιεχόμενό τους στον ορό του. Κανείς τους δεν ξέρει τι περιέχει η σύριγγά του. Κανείς δεν ξέρει ποιος έκανε τη θανατηφόρο ένεση….Η πρώτη ένεση περιέχει αναισθητικό(νατριούχος θειοπεντάλη) που τον ναρκώνει. Πρόκειται για βαρβιτουρικό που προκαλεί γενική αναισθησία. Μετά τη χορήγησή του δε νιώθει τίποτα(το μυαλό του ακατάπτωτο όμως σκέφτεται, αντιστέκεται,επιμένει,οδηγεί το βλέμμα με το νου,δεν αισθάνεται ολόκληρη την ανάσα του,μια ομιχλώδης αλληλουχία πένθιμων ήχων-καμπάνες,παλμοί,αμόνι,ρολόι-η μνήμη του λιγοστεύει,είναι ρηχή σαν ξέρα σε νερά ,ωστόσο συμπαρασύρει ένα ποτάμι από τα φρικτά γεγονότα της ζωής του,όλο και πιο προσωρινός…-βρίσκεται σε αιωρόπτερο τώρα και διασχίζει τις οροσειρές των Ιμαλαίων- τα κουρασμένα του ιδανικά διαθέτουν ακόμα εστίες αντίστασης…).Η δόση είναι τόσο μεγάλη που συχνά αυτός είναι ο θανατηφόρος παράγοντας. Έπειτα ο ορός καθαρίζεται με ουδέτερο διάλυμα και προστίθεται η επόμενη ουσία,ένα πανίσχυρο μυοχαλαρωτικό. Η δόση που χορηγείται σταματά τη λειτουργία του διαφράγματος και των πλευρών…
Παύει ν’αναπνέει…Ο ορός καθαρίζεται πάλι και προστίθεται η τελευταία ουσία,χλωριούχο ποτάσιο,που διακόπτει τη λειτουργία της καρδιάς. Από την άλλη πλευρά του παραβάν το μηχάνημα δείχνει μια επίπεδη γραμμή. Έχει πεθάνει. Οι μάρτυρες αναπνέουν με ανακούφιση.
Το πτώμα του μπαίνει σε μια σακούλα και δίνεται στους συγγενείς. Ο θάλαμος καθαρίζεται και απολυμαίνεται για να είναι έτοιμος για τον επόμενο. Εδώ,στο θέατρο αυτής της αποκρουστικής τελετουργίας ο κατάδικος με τον αριθμό 415640 έχει τελειώσει…)
διασκευασμένος μονόλογος από το θεατρικό μου μονόπρακτο "In dubio pro reo"(εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου)
Τρίτη 1 Απριλίου 2008
ΠΟΙΗΤΗΣ
Εγώ είμαι ποιητής
Είμαι ποιητής εγώ
Διορθώνω της μέρας σας τις στιγμές
Εγώ σας ξυπνάω να σας πω τις αλήθειες
Εγώ
Εγώ σας δένω απαλά τα μάτια
να μην βλέπετε πόσο γρήγορα γερνάνε τα μωρά σας.
Εγώ, αυτός που ποτέ δεν νικά
Μα παιανίζει ύμνους
Εγώ που ξεπλένω το βρώμικο φως της καινούργιας μέρας απ' τα κρίματά σας
Εγώ που νανουρίζω τους θεούς στην κούνια και στον θάνατο
Εγώ που προσπερνάτε, σα ζητιάνο νομισμάτων
Εγώ ταΐζω το κουράγιο σας με τα όνειρά μου
Εγώ ο έφηβος που σας κλωτσά κάθε πρωί απ' το κρεβάτι
Εγώ που κυλάω ανάμεσά σας, σαν σκόνη, σαν βρωμιά
Πάντα να σας προσέχω
Εγώ ν αντέξω το βάρος των οχημάτων, των ακινήτων, των τραπεζών σας
Στην κουρασμένη σας συνείδηση
Εγώ να κάνω τους πολέμους σας Γιορτή του Αιώνα
Εγώ να σαλιώνω τα δάχτυλά σας για το μέτρημα του ματωμένου κέρδους
Εγώ που γελάτε σαν ανεβαίνω στο παγκάκι του κόσμου με τα κουρέλια της φτωχής μου γλώσσας
Εγώ η νότα που γεννά τον δύσκολο λυγμό σας
Η χορδή του θυμού
Εγώ που φοβάμαι πιο πολύ απ όλους τους ήρωες μαζί
Γιατρεύω τα λυγισμένα γόνατά σας στης καθημερινής ευτυχίας την μάχη
Εγώ φυσάω την φωτιά της αγάπης, με πληγωμένο θώρακα
Εγώ σπρώχνω το χέρι Της να σας αγγίξει
Εγώ που σας φωνάζω:
Ένα άγαλμα θέλω μονάχα
στων ματιών σας την ρωγμή.
Αν και δεν ήμασταν θεοί
Πεθάναμε όλοι μόνοι.
Κι εσείς φωνάζατε, άγρια χαρά:
«Ωραία η πληρωμή του θεριστή
Στην φοβερή σοδειά σας!»
Το ποίημα ανήκει στη φίλη μου, ποιήτρια Πέννυ Μηλιά, κι έχει αποσπάσει το τρίτο βραβείο ποίησης στον 26ο διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, τον Δεκέμβριο του 2007. Το μουσικό κομμάτι που ακούγεται είναι το street spirit των Radiohead.

