Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2008

ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ



· ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΒΛΗΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΜΑΣ ΖΩΗΣ

ΤΗΝ ΤΡΙΤΗ 5 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ ΣΤΙΣ 12 ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ
ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΑΙ ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

· ΣΥΛΛΟΓΗ ΥΠΟΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ ΜΕ ΤΗΝ ΟΝΟΜΑΣΙΑ :
paremvasipolitismou.wordpress.com

Σε σύσκεψη που πραγματοποίησαν οι καλλιτέχνες που οργανώνουν τη διαμαρτυρία ενάντια στην προσβλητική αντιμετώπιση της πολιτιστικής μας ζωής από την πολιτική ηγεσία και πολλά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης αποφασίσαν τα εξής :

· Η συγκέντρωση θα γίνει την Τρίτη 5 Φεβρουαρίου στις 12 το μεσημέρι μπροστά στο Αρχαιολογικό Μουσείο.

· Θα δημιουργηθεί άμεσα διεύθυνση στο διαδίκτυο (blog) για τη συμμετοχή στη διαμαρτυρία και συλλογή υπογραφών ηλεκτρονικά.

· Η ονομασία του blog είναι : paremvasipolitismou.wordpress.com

· Καλούνται όλοι οι καλλιτέχνες, οι άνθρωποι του πολιτισμού και οσοι επιθυμούν να υπογράψουν το παρακάτω κείμενο :
«ΘΥΜΩΜΕΝΗ ΤΕΧΝΗ
Ø Θυμώνουμε όταν το κράτος ξεπουλά τον πολιτισμό.
Ø Όταν αναγορεύουν σε υπέρτατη αξία το χρήμα, την εκμετάλλευση, την ευτέλεια.
Ø Όταν ο πολιτισμός γίνεται αντικείμενο συναλλαγής
Ø Όταν προσπαθούν να μας πείσουν ότι τα πράγματα δεν μπορούν να αλλάξουν
Ø Όταν «η τέταρτη εξουσία», αντί να ελέγχει, διαπλέκεται με τους ελεγχόμενους.
Ø Όταν επίσης, η τηλεόραση υποκαθιστά και υπονομεύει τους δημοκρατικούς θεσμούς.
ΜΙΛΑΜΕ ΜΕ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΜΑΣ ΓΙΑ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΘΥΜΩΝΟΥΝ
ΕΝΩΝΟΥΜΕ ΤΗ ΦΩΝΗ ΜΑΣ
ΜΕ ΟΣΟΥΣ ΘΕΛΟΥΝ ΕΝΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ
ΚΑΛΟΥΜΕ ΟΛΟΥΣ ΟΣΟΙ ΣΥΜΜΕΡΙΖΟΝΤΑΙ ΑΥΤΟΝ ΤΟ ΘΥΜΟ ΤΗΝ ΤΡΙΤΗ 5-2-2008 ΣΤΙΣ 12.00 ΣΤΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ, ΝΑ ΣΥΝΑΝΤΗΘΟΥΝ ΜΑΖΙ ΜΑΣ»
Την πρωτοβουλία ήδη στηρίζουν οι: Περικλής Αντωνίου, Ρήγας Αξελός, Γιώργος Αριστηνός, Ελένη Αστρινάκη, Νάντια Βαλαβάνη, Γιάννης Βαλαβανίδης, Χάρης Βρόντος, Ρέα Γαλανάκη, Γιώργος Γραμματικάκης, Μιχάλης Γρηγορίου, Πόπη Διαμαντάκου, Στέλιος Ελληνιάδης, Γιάννης Ζουγανέλης, Δημήτρης Ζουρούδης, Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, Κώστας Θωμαϊδης, Γιάννης Καλατζής, Λάκης Καραλής Ιωάννα Καρυστιάνη, Δημήτρης Καταλειφός, Ειρήνη Κοντογεωργίου, Παναγιώτης Κουνάδης, Σταμάτης Κραουνάκης, Κώστας Κρεμμύδας, Χριστόφορος Λιοντάκης, Δημήτρης Λιοσάτος, Στέλιος Μάϊνας ,Κώστας Μίχος, Μάνια Παπαδημητρίου, Σίσσυ Παπαθανασίου, Νίκος Πλάτανος, Θέμης Ροδαμίτης, Κλεοπάτρα Ροντήρη, Ντοντό Σαντοριναίου, Δημήτρης Σεβαστάκης, Μαρία Σκούπα, Πάνος Σκουρολιάκος, Μάνος Στεφανίδης, Νίκος Τουλιάτος, Μανώλης Φάμελος, Άννα Φιλίνη.

Αθήνα 29 Ιανουαρίου 2008

ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ (το τέλος...)


ΠΡΑΞΗ 3η «Ο ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΓΑΤΑΣ»

Η προσωπική μου υδρία έχει ξεχειλίσει από φαντάσματα, αράχνες, μυθοπλάσματα, νεράιδες, γοργόνες κι αλαφροΐσκιωτους. Δεν ήθελα να τα προδώσω βέβαια. Θηριώδη ρεύματα αλλόκοτων μύθων που κύλαγαν στο αίμα μου μαζί και ταυτόχρονα με τον παράδεισο μιας μόνο εποχής. Πορευόμουν με τη μυθολογία μου απλά, και την άνοιξη, επενδύοντας στο έλεός της, να με λυπηθεί, να με αφήσει, τουλάχιστον τώρα που σιγά σιγά δικαιώνεται.Όχι ότι περνούσα άσχημα μαζί της, παρά τα εξαιρετικά πολυάριθμα συμπλέγματά της. Ούτε αδημονούσα για την έγκριση κάποιου. Ούτε για την αθώωσή μου, την απενοχοποίησή μου. Περισσότερο αφοριστικές συντριβές αποζητούσα. Και ήθελα όλα αυτά να τα μοιραστώ όπως θα μου κάπνιζε. Να μην κρατήσω καμιά καβάντζα. Ήθελα να τιναχτώ, να σκορπιστώ ολοκαίνουρια και ολοκάθαρη στον αέρα. Να νιώσω καινούρια, αμιγή, υπερθετικά παραληρήματα, όχι απαραίτητα επίπονα. Έτσι γούσταρα! Να τραβηχτούν οι αισθήσεις μου, να γίνουν τόσο ελαστικές ώστε να μπορούν να τα χωρέσουν όλα. Κι εγώ να παραδοθώ ανάλγητα κι επίσημα σ’ αυτό.Ένα τέτοιο βράδυ ήταν απ’ αυτά των αϋπνιών μου που ήρθες απ’ το πουθενά και μιλάγαμε όπως παλιά, ως το πρωί. Με διαλόγους, με γέλια , με χαζά και σοβαρά. Μέχρι και τον πατέρα σου θυμηθήκαμε και την εμμονή του με τα U.F.O.
Μετά λίγες μέρες κι από καθαρή παρόρμηση σου έστειλα ένα κωδικοποιημένο μήνυμα με ψάρια, Ποσειδώνες και είναι βέβαιο πως ή δεν το κατάλαβες ή φοβήθηκες περισσότερο αυτή τη φορά. Δε θες παρτίδες μαζί μου, το ξεκαθάρισες.Κι ο φόβος σου εκεί. Κι όχι ο «φόβος των γενναίων...», μα ένας φόβος σταθερά αποχαυνωτικός. Κι εγώ κουράστηκα να δίνω ή να επινοώ νοήματα και σημασίες βαριές. Στις συμπτώσεις και στα τέρατα που μπορεί να γεννά και να εννοεί μόνο η δική μου φαντασία.Είναι Μάιος. Η νύχτα αφέγγαρη κι ολέθρια. Εγώ ανάμεσα σε πλημμυρίδα αρωμάτων, σε ορθοδοξίες που με κακομαθαίνουν όπως καλογυαλισμένα, αστραφτερά, διαχρονικά ξίφη, αυθάδη συναισθήματα, οφιοειδή παραμυθάκια και με μια τέρψη οκνηρότητας και ραθυμίας απολαμβάνω αυτό το «ανάμεσα».Μου ψιθύριζε μια μυστηριώδης αφή παραμύθια κι έσπρωχνε αργά τους λεπτοδείκτες με κόπο κι έβγαζε απ’ το ρολόι υποχωρήσεις, επιθέσεις, νευρασθενή πειράματα. Πόσο απατηλές είναι οι μονιμότητες! Ήθελα να γευτώ μια άφιξη καθαρτήρια, θεραπευτική, σωστική. Με πράξεις διαφάνειας. Απόλυτης αθωότητας. Με αγγέλους της θάλασσας και την αδιάπτωτη ψυχική τους διαθεσιμότητα. Αναζητούσα κάτι, τέλος πάντων, που δε θα λειτουργούσε ως απορριπτικό μόσχευμα για τό σαρκίο και το πνεύμα μου. Κάτι να με παρασύρει σε ξελόγιασμα. Γενικά, βρισκόμουν σε μια κατάσταση που αγωνιούσα ν’ αρνηθώ να βαδίσω τους δρόμους που χάραξαν οι μοίρες μου όταν γεννιόμουν. Να φορέσω φτερά. Να πετάξω ξανά.Απ’ την άλλη, ν’ αρνηθώ κλισέ και στερεότυπα και σικέ παιχνιδάκια και να παραδοθώ μεθυσμένη στον ίλιγγο της πρώτης κατηφόρας – ξεστρατίζοντας κατά συρροή, κακουργηματικά, με αλλεπάλληλα παραστρατήματα – κουτρουβαλώντας και να βυθιστώ σε ζεστούς αμμόλοφους κόλασης. Ν’ αρνηθώ ισορροπίες και ισορροπιστές, περιπτωσιολόγους και κεκτημένα γυαλιστερά λογάκια. Αδιαπραγμάτευτα.-Πάνω λοιπόν που έλεγα να βγω στις πολυπληθείς αγορές, να χαρίσω καινούρια παραμύθια, ήρθε ένα απόγευμα σαν το χθεσινό, σαν να ήταν το χθες, όλη η μέρα απόγευμα.Τεράστιο, υπερμεγέθες, αργόσυρτο σαν αστρίτης.Μου φάνηκε πως σε «βρήκα» για λίγο, ξανά. Κάπως έτσι σε βρίσκω πάντα, εδώ που τα λέμε. Ανάμεσα σε φίδια, δηλητήρια, σκορπιούς και άλλα, αμφίβολης προέλευσης και ποιότητας...
Ξαπλωμένη στο γρασίδι του κήπου, αγκαθωτό σαν φρεσκογεννημένη πευκοβελόνα και με το βλέμμα ελαφρά ανασηκωμένο, χωρίς τροχιά, στον ουρανό. Τα φύλλα της κερασιάς τραύλιζαν από πάνω μου μια άγνωστη συγχορδία.Συναθροίζονταν αργά, σαν σε κάποιο επίσημο ραντεβού, που απαιτούσε μια ομήγυρη μελαγχολική και διανοούμενη, νέφη λευκά και ασημένια. Σιγανά κι άλλα κι άλλα σύννεφα, σ’αυτό το βουβό πάρτυ. Φέρνουν μαζί τους σταγόνες με στρας, φόραγαν επίσημο ένδυμα. Άλλες σταγόνες ανάλαφρες, άλλες βαριές, σαν πούλιες κεντημένες στο σκούρο πανωφόρι τους. Αυτή τη στιγμή που ξέπνοα φεύγει το καλοκαίρι. Εφτά φορές έφυγε φέτος το καλοκαίρι από ’μένα. Κι εσύ που φεύγεις χρόνια τώρα. Κι εσύ που φεύγεις και τώρα, στο βάθος. Ανάμεσά τους διακρίνω ένα μικρό ξέφωτο. Γύρω του, διάσπαρτες λευκές, δαντελωτές ακρογιαλιές νεφών.
Κάπου αχνοφέγγει το προτελευταίο φως ενός ασθενικού ήλιου. Και το δικό σου. Ακριβώς εκεί, στο αιθέριο αυτό βάθος, κάποτε πετούσαμε μαζί. Θυμάσαι; Κάποτε εκεί ήταν το σπίτι μας. Πέρασα το δειλινό σ’ αυτό το «σπίτι» που είχαμε φτιάξει κάποτε οι δυό μας εκεί πάνω. Και κοίτα σύμπτωση! Ήσουν κι εσύ εκεί...
Ξαφνικά κανένας άλλος τόπος δε μου πήγαινε. Δε μου έκανε. Ούτε οι ερημωμένοι ανεμόμυλοι στις Κυκλάδες, ούτε οι πέτρινοι φάροι στο Ιόνιο. Θάμπωσαν τα μάτια μου και η Σμύρνη και η Έφεσσος και τα Πριγκηπονήσια, ο Μαρμαράς, ο Βόσπορος. Κρατώντας την ανάσα μου, τυλιγμένο, σφιχτοδεμένο νέφος γύρω απ’ το σώμα μου, προστατευτικά, αφού νησιά και βράχοι σαν ιπτάμενα σουγιαδάκια, κινούνται επικίνδυνα γύρω από ’μένα. Βρίσκομαι, πραγματικά, μαζί σου, σ’ αυτό το σπίτι των ανεμοδαρμένων νεφών. Παραζάλη. Μ’ αγκαλιάζεις όπως άλλοτε. Αφήνω μεθυσμένα φιλιά στο πρόσωπό σου. Σ’ ανασαίνω. Μ’ ανασταίνεις. Είσαι εδώ και είμαι εδώ. Τίποτ’ άλλο δε μετράει. Τίποτ’ άλλο δε θέλω. Τα μάτια σου πετούν μαύρες φωτιές. Καίνε το δέρμα μου τα μάτια σου. Εγώ, τρυφερή και κάθυγρη. Τόσο τυλιγμένα τα χέρια σου γύρω από το κορμί μου που ένιωσα δυσφορία μέσα σ’ αυτή την κυκλωτική ασφάλεια. Γιατί ποτέ δε σου τη ζήτησα. Ποτέ δεν ήταν αυτή, αυτό που ήθελα από ’σένα.
Γλιστράμε σε κόκκινο νερό. Ενσυνείδητο κι ανέλπιδο κόκκινο. Τόσο ώστε να δείχνει τρωτό κι ευάλωτο και καθόλου επιθετικό. Το κόκκινο της ασθένειας... Μια ευπάθεια του κόκκινου μισοσκόταδου.Το σώμα σου γλιστρά σαν παγωμένο, περσινό χιόνι. Υγρό κόκκινο. Διάστικτο. Αχνή μυρωδιά σαπουνιού. Σύννεφα απλωμένα πάνω μας. – Το σπίτι δεν έχει στέγη,είναι τρύπιο… Η αίσθηση είναι ότι βρισκόμαστε πάνω στα φτερά ενός τεράστιου γλάρου. Είμαστε εντελώς παραδομένοι στο έρεβος του κόκκινου χρόνου. Άναρχες σκέψεις και όνειρα. Ζωογόνα ένστικτα...
Αμήχανη κάθοδος των χειλιών σου στα γόνατά μου, στους αστραγάλους. Τα φιλάς μέρες. Τα φίλησες νύχτες. Τα χαϊδεύεις. Δε μιλάμε. Σημάδια που αφήνουν να φανούν παραμύθια και νέες πτήσεις σε αδιέξοδα. Συντηρώ ψευδαισθήσεις συμπιεσμένων βλεμμάτων. Όλες οι αισθήσεις μου κατειλημμένες. Ο ήλιος, αχνός χρυσορροεί. Αυλάκια κόκκινων ακτίνων. Ο αέρας βαρύς ανασαίνει. Ο ήλιος βγαίνει...
Ακουμπάς με τα χείλια σου το σφυγμό μου, μετρώντας έναν προς έναν τους ρυθμούς της ζωής μου.
Αγγίζω με τα χείλη μου το όνειρο, αυτό σπάει απαλά και μ’ αφήνει να μπω μέσα του. Στα πόδια μου τρίβεται όλο νάζι ένας λευκός γάτος. Το όνειρο ξανακλείνει το ίδιο αθόρυβα μ’ ένα δικό σου φιλί τώρα. Ύστερα το φιλί σου κόβει. Σαν αιχμηρό φτερό. Φοβάμαι μη μου σκίσει τον κόσμο του ονείρου. Δεν αποκαθίσταται τέτοια καταστροφή. Είναι απωθητική η προδοσία...Το σώμα μου είναι ακόμα ζεστό από την αφή σου. Αισθήματα μονοπωλιακά σ’ επικίνδυνες στροφές. Σε φέρνω μπροστά στα χείλια μου. Εκεί είναι πολύ πιο οδυνηρή η αγάπη μας. Στα χείλια. Στα φιλιά. Εκεί είναι η πιο εκρηκτική, πικρή γεύση της προδοσίας.
Η Μεσόγειος είναι η αόρατη κλωστή που θα μας ενώνει και θα μας δένει πάντα. Εσύ όμως έφερες και χιλιάδες άλλες θάλασσες μαζί σου. Κι αυτές στα χείλια τις είχες. Και προοιωνίζονταν το βραχύ σμίξιμό μας, για να τελεσιδικήσει αργότερα ο βαρύς χωρισμός μας. Βαθύχρωμες, οριστικές, τρικυμιώδεις. Για να εμποδίζουν το γυρισμό σου στα δικά μου χείλια. Να τον ματαιώνουν.
Στους μήνες που ακολούθησαν τον αλλόκοτο χωρισμό, εντρύφησα σε ανορθόδοξες μεθόδους, προκειμένου να σου προσάψω «τίτλους» και να σου αποδώσω χαρακτηριστικά κι ελαττώματα που, ενδεχομένως, και σε περίπτωση που συνυπήρχαμε ακόμη ως ζευγάρι, δε θα τολμούσα να διανοηθώ. Ήθελα όμως να τελειώνω μαζί σου. Έλεγα, για να το πιστέψω κι εγώ, πως δεν ήσουν δα και καμιά σχέση αναντικατάστατη, ανεπανάληπτη, αξεπέραστη. Κι αυτό ήταν όλο κι όλο που ήθελα. Πιο πολύ απ’ οτιδήποτε άλλο. Είχες αφήσει βέβαια στην καρδιά μου ένα σημαδάκι απ’ το φαρμακερό σου βέλος. Δεν μπορούσε να γίνει και διαφορετικά.
Εγώ περνούσα επίμονα, επίπονα από διάφορα στάδια, κατά τα οποία ήμουν κι ένιωθα, συνήθως, όχι εγώ.
Σαν να παρακολουθούσα ταινία σκηνοθετημένη από τον Νταλί, με ημίρευστες εικόνες και σκηνές ή σαν να επρόκειτο για δυο άλλους που χώρισαν. Άλλες φορές πάλι, ένιωθα να εισβάλω μες τη δική σου ζωή και στα όνειρά σου, και να περιφέρομαι σ’ αυτή και στα σκηνικά της, να παρεμβαίνω, ν’ αφομοιώνομαι, να πετάω κολυμπώντας στον αέρα σου, παντού, σαν το ψάρι στο Arizona Dream.Διάφορα θέματα «έπεσαν» μπροστά μου.
Όταν με είδαν ν’ ανεβαίνω τις σκάλες ως τον τέταρτο με τη θήκη του βιολιού και το σπιτάκι του γάτου αγκαλιά, ίσως σκέφτηκαν πως είμαι, ακόμα και διαστροφική. Ξέρω κι εγώ; Η ουσία είνια ότι το δωμάτιο που θέλω είναι διαθέσιμο και μου το έδωσαν. Γι’ αυτό και μόνο ήρθα ως εδώ. Εκεί το χρώμα της θάλασσας του καλοκαιρινού Αιγαίου το μεσημέρι, δηλαδή την ώρα ακριβώς που ο ήλιος το λούζει κάθετα κι επιθετικά.
Μόνο ένα διπλό, σιδερένιο, παμπάλαιο κρεβάτι στη μέση, μια σκαλιστή ντουλάπα, ζωγραφισμένη με γοργόνες στους ίδιους μπλε χρωματισμούς, έναν σκουριασμένο καθρέφτη, ένα κομοδίνο με λευκό μάρμαρο.
Δε μου χρειάζεται τίποτα απ’όλα αυτά. Μόνο το μεγάλο παράθυρο, για να κοιτάζω έξω, τη θάλασσα, τα βράχια, τον ορίζοντα από ψηλά. Βγάζω το βιολί και προσπαθώ ενστικτωδώς να παίξω κάτι. Να θυμηθώ οτιδήποτε. Τίποτα...Βγάζω και το γάτο μου από το σπιτάκι του. Μμμ... ωραία παρέα κι αυτός! Να μου λείπει τέτοιο κέφι...
Απλώνεται σε μια γωνιά και χουζουρεύει.
Περασμένο ή χαμένο απόγευμα. Έχει ακόμη ζέστη. Για δες! Φλέγεται κι ο Σεπτέμβρης. Η θερμοκρασία ίδια με του Αυγούστου. Δεν ανοίγω τον κλιματισμό. Ανοίγω το παράθυρο. Τραβάω στο πλάι τις βαριές, φθαρμένες κουρτίνες. Ακούγεται ο φλοίσβος των κυμάτων και με νανουρίζει. Βλέπω απέναντι, σ’ ένα βαρκάκι, έναν γλάρο που απεγνωσμένα προσπαθεί να συγκρατήσει στο ράμφος του ένα γλιστερό ψάρι. Ξαπλώνω για λίγο στο πάτωμα και ο ύπνος με παίρνει. Όσο είμαι παραδομένη σ’ αυτόν το βέβαιο λήθαργο, σε φάση rem, βλέπω το εξής :
Είμαι μόνη. Σε έρημο. Ξαφνικά σκάει μπροστά μου ένα πυροτέχνημα κι από μέσα του βγαίνει, ξετυλίγεται κι απλώνεται ένας δρόμος μακρύς, φωτισμένος ολόισιος. Το τέρμα του χάνεται στο βάθος, αθέατο.
Δεξιά κι αριστερά του επιγραφές με νέον: «Αναγωγή στη μονάδα», «Αφαιρέσεις», «Εξαιρέσεις», «Απλοποιήσεις», «Ελαχιστοποιήσεις». Σε κάποια σημεία της διαδρομής, ο δρόμος και το όνειρό μου είναι μαυρόασπρα, σε άλλα πάλι, περισσότερο από το κανονικό, πολύχρωμα. Προχωρώ στο βάθος του δρόμου. Από την αντίθετη κατεύθυνση βλέπω εσένα να έρχεσαι προς το μέρος μου, με αργό, σταθερό, κυνικό βηματισμό. Κρατάς ένα revolver. Με σημαδεύεις. Μου ρίχνεις σφαίρες. (Ανταποδίδω τα πυρά με βλέμματα). Bang-bang, διαρκώς. Δε φοβάμαι. Δεν αγωνιώ. Οι σφαίρες δεν με διαπερνούν, άρα δε με σκοτώνουν. «Με κάνουν πιο δυνατή»; Ίσως... Κύριε Νίτσε, για πείτε κι εσείς… Δεν θα το εξετάσουμε τώρα αυτό. «Εγώ ταξιδεύω το εγώ μου...». Σαν να είμαι προστατευμένη από αόρατο αλεξίσφαιρο. Εξακολουθώ να βαδίζω προς εσένα κι εσύ προς εμένα. Φτάνουμε πολύ κοντά. Ψιθυρίζεις μια πρωτόλεια και τρυφερή φράση στο αυτί μου. Δεν τη συγκρατώ. Μου δίνεις το χέρι σου. Σου δίνω το δικό μου. Το κρατάς σφιχτά. Κατόπιν με πιάνεις απ’ τη μέση κι αρχίζουμε να πετάμε. Προσγειωνόμαστε σ’ ένα παραδοσιακό καφενείο στο Κάι της Σμύρνης. Καθόμαστε πλάι πλάι. Μου δίνεις να πιω βυσσινάδα. Με φιλάς ανάμεσα στα μαλλιά. Μετά στο μέτωπο. Στα μάτια. Στα χείλια...
Το όνειρο τελειώνει. Ή μάλλον διακόπτεται εκεί. Βίαια.
Ο γάτος μου – διαισθητικός πάντα – κατάλαβε ότι πρωταγωνιστούσες σ’ ένα ακόμη δικό μου όνειρο, μου τραβάει επίμονα τα μαλλιά και ξυπνάω. Γιατί σε μισεί...
Κάθε φορά που ακούει τη φωνή σου ή σε νιώθει κοντά μου σαν απειλή, αντιδρά. Σαν εκφυλισμένος σκύλος. Δε νιαουρίζει. Γαυγίζει...
Με κοιτάζει επιθετικά, λες και φταίω εγώ που ακούγεται η φωνή σου στα ραδιόφωνα.
Τρελαίνεται. Παίρνει φόρα και πέφτει στις μπαλκονόπορτες. Κολάπσους. Το τρίχωμά του σηκώνεται. Μόνο βολβοστροφή δεν παθαίνει. Κι ενώ πιστεύω πως θα επιδοθεί σε τελετουργικό χαρακίρι, πέφτω εντελώς έξω γιατί τον καταβάλλει η προηγούμενη οργή και τώρα είνια τέλεια κοιμισμένος στα πόδια ου.
Έχει εκπαιδευτεί μόνο για επισκέψεις στον κτηνίατρο. Όχι και για σένα. Λυπάμαι.
Τα σημαντικότερα πράγματα, αγαπημένε μου, παραμένουν σημαντικά, είτε τα πεις απλά, είτε όχι. Τα σημαντικότερα των σημαντικών, δε γίνεται να ειπωθούν. Σιωπώντας μόνο τα λες. Όλα τα σπουδαία είνια σιωπηλά. Σιγανά. Εκτός ίσως από ένα. Κι αυτό το ξέρει κι ο γάτος...

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2008

εκδίκηση σε τρεις πράξεις-πράξη 2η(3ο μέρος)




Μας έπιασε λύσσα. Γίναμε βουλιμικοί για παλιές βραδιές, παλιά καλοκαίρια και ρετρό τραγούδια και μελό του ’60 και καντάδες στην Πλάκα. Κατεβήκαμε στη γη και βολτάραμε ανάμεσα σε λευκά σπίτια που οι αυλές τους ευωδιάζουν γαζία και φρεσκοπλυμένα ασπρόρουχα.
Μεσημέρια, Κυριακές, ανοιχτά παράθυρα, μυροβόλες άνοιξες, ραδιοφωνάκια να παίζουν. Όλα σε έξαρση ετοιμότητας.
(Α-Ν-Ο-Ι-Ξ-Η: Τα γράμματά της έχουν μια θέρμη, μια τροπική ζεστασιά, μια γλυκιά ομορφιά. Ποιος το αρνείται αυτό; Κρύβουν μια αίθρια νύχτα. Μόνο το «ξι» είναι σκληρό, με συμπαγή αγκαθάκια...)
Ακριβώς σ’ αυτό το σημείο ξεκίνησαν και οι ιδιωτικές μου πτήσεις και καταδρομές. Ο δικός μου πόλεμος. Θύμωνα. Έβγαζα στο φως τα συγκρουόμενα παραενθύμια να χτυπηθώ μαζί τους. Πάντα η ήττα μου, συντριπτική.
Δε μ’ ένοιαζε. Η φλόγα τους μ’ ένοιαζε. Φλόγα που έκαιγε. Πυρπολούσε. Έκαιγε όλα εκείνα που νόμιζα δικά μου και δεν ήταν και φώτιζε άλλα που νόμιζα πως δεν ήταν δικά μου αλλά ούτε και ξένα.
Ποια παράξενη δύναμη ή ενέργεια αυτοσχεδίαζε;
Εμείς αρχίσαμε αντίστροφα το ταξίδι. Κατεβήκαμε απ’ τον ουρανό, είναι Απρίλιος, είμαστε στην Ταγγέρη και πίνουμε καπνό, χαρμάνι από κιφ, μήλο και κανέλα. Μετά καιγόμαστε όμορφα σε μεσαιωνική πυρά.
Και δεν προλαβαίνουμε ν’ ανασάνουμε απ’ τα ταξίδια στο χρόνο και στην υδρόγειο.Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο απ’ αυτό δε θέλαμε πάντως. Είναι ακόμα άνοιξη λοιπόν και τελούμε όλα τα προσωπικά μας μυστήρια. Με «αποικιακή» διάθεση περιδιαβαίνουμε τις γειτονιές του κόσμου. Τις αγορές του κόσμου...
Πέφτουμε πάνω σε πολλαπλά χτυπήματα κόγκας, τουμπερλέκια κι απάνω – τους πυροβολισμούς...
Η πρώτη της εμφατική λάμψη μας βρίσκει να ξιφομαχούμε με αραβικά ταμπεραμέντα. Τοξοβολία τέλος. Δε μας περίσσεψαν άλλα βέλη στη φαρέτρα. Τρε κομπλικέ αυτή η άνοιξη μαζί σου στο Μαρόκο, κάτω από σκονισμένες και ταξιδεμένες φοινικιές... Με κλειστά μάτια παίζεις ουσάκ στο ούτι. Τζουράδες και νέι συνοδεύουν την παράδοξη μελωδία. Είμαστε καλεσμένοι στο γάμο του βεδουΐνου Σελιμάν. Χορεύω και τραγουδώ. Φοράμε λευκά, φαρδιά καφτάνια. Ο Σιμούν τα σηκώνει και τα κυματίζει σαν άσπρες σημαίες παράδοσης στον αφρικανικό, προδυσμικό ουρανό.Μετά γίνονται μπλούζες ψυχοπαθούς, τρελού, και μας τυλίγουν γύρω γύρω. Τα χέρια μας στα φαρδιά μανίκια, δεμένα πίσω, στη μέση. Μια αυθαίρετη ρολς ρόις έρχεται και μας παίρνει. Έχει ροζ φτερά. Αναχωρούμε πετώντας. Παράλληλα είναι κάτι όνειρα που με ξυπνούν χαράματα και είμαι τυφλή. Περνάει πάνω από μια ώρα ώσπου να καταφέρω να δω ξανά το φως, να διακρίνω τ’ αντικείμενα... Ό,τι δεν εξηγείται με τη λογική των μέτρων μου, πονάει λιγάκι. Κουβάρι, λέω, μπλεγμένο τραγικά. Έχω χάσει και τις δυο του άκρες. Οι καφέδες με θολώνουν περισσότερο σαν παραισθησιογόνα. Πώς να υπονομεύσω έναν τέτοιο μεγαλειώδη παραλογισμό;

συνεχίζεται...αύριο η τρίτη και τελευταία πράξη...

what the fucking hell..................


συμπληρώστε τις φράσεις κατά βούληση/συνείδηση/ένστικτο(μη σκεφτείτε δύο φορές...ό,τι σας έρθει με τη μία στο κεφάλι)


έπεσα θύμα ενός κοινότατου εγκλήματος με στόχο το............................


τζακ ντάνιελς όταν συντρέχει.....................................


τελώ εν πλήρει.............................................


αν το επιτρέψει ο....................και δε συμβεί..............


θέλω να ξέρω αυτές τις..........................


μην...............................πριν....................


έχω γραμμένα............................και.................


καλύτερα με............................παρά με............................


και μετά παραπονιέσαι πως...................


καίνε τα...........................δημοσίως.......................


ετοιμάζεις το.........................για.........................


αποθεώνεις .....................................


προτίμησε να.................φορώντας..................


θα μπορούσε μ' αυτόν τον τρόπο ευκολότερα να..............


όλο και κάποιος θα βρεθεί με.........................


μεταμορφώθηκα σε..................και.................


θα ήμουνα ήσυχος αν.......................


εξάντλησα.................................


και οι ......................................υπόκεινται στον κίνδυνο του λάθους


κανένας άσχετος δεν.................................


ίσως είναι μια απλή..........................


κάθε βράδυ βγαίνω βόλτα................................


με παίρνει αγκαλιά και ....................................


μόλις αρχίσει να ξημερώνει...................................


αυτό το ...................................είναι εξαιρετικά προβληματικό.


ο θάνατος τελικά δεν ..............................


παρηγοριέμαι με..............................


όποιος λέει και ξελέει..........................


επιθυμώ με πάθος.................


προς το παρόν μου φτάνει......................


τώρα μπορώ.........................................


απόψε................................


αποφεύγω με φροντίδα.........................................


αύριο όμως.........................................


συνεχίζω να κυκλοφορώ..........................................


η μυρωδιά..................................επιμένει


η μελωδία....................................


κάνω...........................................και ηρεμώ τελείως.


τον πρώτο μου εραστή...................


τον τελευταίο μου εραστή...................


με χαρακτήρα..............................και τάσεις.......................................


τώρα υποτίθεται.................................


δε θα το κάνω γιατί.................................


προτίμησε......................ή κάνε................


Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2008

εκδίκηση σε τρεις πράξεις-(2ο μέρος)


...συνέχεια του "εκδίκηση σε τρεις πράξεις" (2ο μέρος)


ΠΡΑΞΗ 1η «ΤΟ ΜΠΛΟΥΖ ΤΗΣ ΑΛ ΙΣΚΑΝΤΑΡΙΓΙΑ»

Όλα άρχισαν σαν αργή, απολαυστική μαγεία. Κάπως σαν μπλουζ της Αλ Ισκανταρίγια.
Όλα φανερώθηκαν όταν εκείνο το χρυσό πρωινό άνοιξες το πολυκαιρισμένο σακουλάκι σου, με τα μεθυστικά φυτά. Ξεκόλλησες τη φθαρμένη ταινία που εγκλώβιζε δαιμονικά αρώματα θυμαριού και άγριας μέντας.
Του μιλάς όπως μιλάς στο αηδόνι που έρχεται στο δέντρο έξω από το παράθυρό σου. Όπως μιλάς σ’ εμένα. Με τις ίδιες λέξεις. Αποτρόπαιες. Ποιητικές. Άσεμνες.Με το χαμόγελο της ανατολής πάντα στο πρόσωπό σου. Αδύνατον να φύγει... Κι όλα άρχισαν όταν φιληθήκαμε πολύ. Με δύο διαστάσεις. Τα γένια γύρω απ’ το στόμα σου, πευκοβελόνες αρωματισμένες που με πληγώνουν γλυκά και κυκλώνουν τα χείλια μου από παντού.Και πάλι αυτή η ταυτόχρονη απαλότητα – βιαιότητα που κάνει το φιλί μας δισυπόστατο. Με σαρώνει. Σαρώνει κι εσένα.Μέσα στο φιλί χύνεται η θάλασσα, αγριεύουν δάση, σηκώνεται η άμμος στις ερήμους του κόσμου. Τα βυθίζουμε όλα μέσα του. Τα βαφτίζουμε. Ξεχειλίζουμε μέχρι που δεν ανασαίνουμε.Τι κρύβεται σ’ αυτό το άγνωστο φιλί; Τι υπάρχει μέσα στον άγνωστο κρατήρα του στόματός σου; Έλεος; Αμετάκλητη δροσιά; Παγιδευμένη φλόγα; Ακαριαίοι μετεωρίτες; Δαγκάνες;Λιώνω μέσα του... Φοβάμαι τις συνέχειες, τις αλληλουχίες. Σ’ έχω μπροστά στα μάτια μου και θα σε πάω όσο μακριά θέλεις, μάτια μου... Διαπερνώντας την ίριδα, την κόρη, τα επάλληλα στρώματα των χιτώνων. Θα σε πάω όπου θες, όσο μακριά κι αν είναι, αρκεί να είμαστε σε κοινό ρεύμα. Αρκεί να μη στραγγαλίσω άλλη μια σπουδαία εστία της ζωής μου. Πάντα έτσι, ερωμένη των παραπόνων θα είμαι. Με μουδιάσματα στον εγκέφαλο...Έκλεισα τα μάτια. Ανέπνεες αργά. Ξεκινήσαμε γλυκιά μου αγάπη. Και ήταν η ώρα της ανατολής. Των διλημμάτων. Του διχασμού. Των αποφάσεων. Της αλήθειας. Αυτή η ώρα ήταν μόνο.Κοιτάζω το πρόσωπό σου. Κοιμάσαι. Σκέφτομαι... Αθώα που είναι τα βλέφαρά σου. Σε απομονώνουν από τις ριπές του έξω κόσμου. Σ’ ένα βασίλειο παρατεταμένης αθωότητας. Σ’ ένα υπερσύμπαν άχραντου μυστηριακού κόσμου. Στον πλανήτη του ύπνου σου όλα είναι αθώα. Μα εσύ, καθώς σε κοιτάζω, είτε κοιμάσαι, είτε όχι, δείχνεις πάντα έτσι. Αθώα. Εφηβική. Σχεδόν παιδική. Ανασαίνεις τόσο απαλά. Και μια γαλήνη ανέλπιστη, η γαλήνη σου, διαχέεται στο χώρο.
Χαίρομαι τόσο πολύ που είμαι μαζί σου. Που μου χαρίζεται αυτή η θεϊκή ηρεμία του πνεύματος και της ψυχής σου.Πολλές φορές σε ξυπνάω κατά τη διάρκεια της νύχτας. Είσαι δίπλα μου, χαμογελάω, σε τραβάω πιο κοντά μου και σου λέω σ’ αγαπώ. Δεκάδες σ’ αγαπώ μες το σκοτάδι. Δεν απαντάς. Είμαι βέβαιος πως το ακούς, το νιώθεις. Τ’ αστέρια και το φεγγάρι κατεβαίνουν δίπλα μου.Φεύγουμε αγάπη μου. Μαζί να ψάξουμε. Μαζί να συντριβούμε, αν είναι, να καταστραφούμε από έρωτα κι ευτυχία. Κρατάμε στα χέρια μας ένα ουράνιο τόξο. – Κράτα με.- Χιλιάδες λάμψεις στα εφτά του χρώματα. Βλέπουμε τη βροχή να περνάει ανάμεσά του, εξαντλώντας τη ροή της. – Κράτα με.- Στα μάτια σου βλέπω κρατήρες της σελήνης, κόκκινης σελήνης, άπειρες θάλασσες, νερά, τα πιο καθάρια, τα πιο καλά νερά. Ιπτάμενες κιθάρες. Είσαι ευτυχισμένη. Σε κρατώ.
Φόρεσα καινούρια φτερά στους ώμους κι ανέβηκες στην πλάτη μου. Πετάμε μαζί, παρέα στον ουρανό. Φεύγουμε σε άλλο όνειρο. Κοιτάμε το σύμπαν. Πιο πάνω, πιο ψηλά εμείς απ’ αυτό.Βλέπουμε τ’ αγαπημένα δάση και πώς τα σπρώχνουν τα μελτέμια. Καλούς ανέμους. Είμαστε εδώ. Μαζί. Ταξιδεύουμε.
Έλα να τρέξουμε τώρα. Και να πάρουμε μαζί μας ό,τι μας ανήκει. Και τους ψιθύρους. Και τα σύνορα του κόσμο. Θα τρέξουμε γρήγορα. Σαν μεθυσμένοι κι αλλόκοτοι γερανοί. Κράτα με. Αγκάλιασέ με. Να νιώθω πως ανήκω μόνο σ’ εσένα. Πουθενά αλλού. Ούτε στη νύχτα. Ούτε στον κόσμο. Ούτε στο θεό. Το είχα αποφασίσει. Κανείς δε θα μ’ εμπόδιζε να κάνω το ταξίδι μαζί σου. Ούτε ο άνεμος. Ούτε το ψέμα. Η απόφαση οριστική. Κι ας είχε και μίσος και οργή. Διότι αφόρισα όλες τις προφάσεις. Διότι δεν είχα παρελθόν να κρατηθώ, γερά απ’ αυτό, να δεθώ μαζί του. Όταν σε γνώρισα το παρελθόν μου έπαψε να υπάρχει. Κάποτε είχα κάτι δικό μου. Κι ένα δικό μου παρελθόν. Ισχυρός καταλύτης όπως οι εποχές, ο καιρός, ο χρόνος.Είδα ανθρώπους τόσο μόνους μέσα στο πλήθος. Είναι αυτοί που δεν έχουν νιώσει την αγάπη σου. Ευτυχώς εγώ ανήκω στο «μικρόκοσμο της μειοψηφίας».
Ρισκάρουμε τα πάντα – τη ζωή μας – ψέματα ! Ταξιδεύουμε και ζούμε. Κοιτάς τα μάτια μου. Κρατάς τα μάτια μου. Εσύ τα κρατάς. Θάλασσα είναι κι εκεί. Και ταξίδια χωρίς τέλος. Κι ολογράμματα.Κοιτάς την αγάπη. Κόκκινη έχει βαφτεί απ’ τα χέρια μου. Φως της αυγής. Και φως του ανέμου. Και χρώμα. Της αφής το χρώμα.
Ακόμα και μέσα στο σπίτι έχουν ριζώσει κατάρτια. Πάνω τους τσακίζονται φώτα των φάρων. Κοιμάσαι στη ρίζα του καταρτιού κι ένα αναστάσιμο λιβάνι καίγεται στην αναπνοή σου.Αν μου δινόταν αυτή η χάρη, άλλη μια φορά να σε κρατήσω, όπως τότε στην Αλεξάνδρεια... Κι αν το φως του ταξιδιού δε σημαίνει τίποτα για σένα, εμένα με κρατά ζωντανό.Κι αν ακόμα ψέματα είναι ότι οι άγγελοι είναι αλλού, εγώ, στο ταξίδι αυτό, συνάντησα μερικούς αλλά βρήκα εσένα – εσένα που έφτιαξες μια καρδιά με τον καπνό του τσιγάρου σου και μου τη χάρισες.
Και πιστεύω από τότε μόνο σ’ εσένα και στο ταξίδι. Ναι, κάπου πιστεύω κι εγώ. Δες, πίστεψέ με κι εσύ. Ή μίσησέ με. Ή κάνε όπως σου αρέσει.Μ’ αυτό το ταξίδι αγκαλιά οι δυο μας. Με μια αλήθεια χωρίς χθες. Χωρίς παρελθόν. Αθώα πληγή κι αυτή... Το ταξίδι της επανάστασης είναι το μόνο που έχουμε. Βαρύς αέρας το συνοδεύει.
Αν μπορείς κοίταξε τον κόσμο γύρω μας. Άγγελοι και δαίμονες έξω απ’ τα παράθυρα. Ελεύθερος που είναι ο κόσμος!Δεν είναι αστείο παιχνίδι αυτή η βόλτα. Μπορεί να μας χαριστούν και περισσότερες από μία. Όμως σύντομες.Και πάντα με παράδοξους αγγέλους που τραγουδούν ιστορίες. Και κλαίνε με γλυκά δάκρυα. Ελεύθερη η διαδρομή. Αδέσμευτη και η βόλτα.

Κάποια πράγματα είναι μόνο εικόνες. Σκηνές που παίζονται μπροστά μας. Βαθιά βαθιά μωβ νύχτα. Παράξενο παράξενο χρώμα μωβ. Γυρίζουν γυρίζουν τ’ αστέρια γύρω απ’ τη βαθιά μωβ νύχτα. Μερικοί μόνο πέφτουν. Εμείς μόνο πετάμε. Εμείς μπορούμε να τον βαδίζουμε τον βαθύ μωβ ουρανό της νύχτας. Γιατί μας αρέσει τόσο να βαδίζουμε στο μωβ επάνω. Με πηγαίνεις στον αφρικανικό ουρανό της Αλ Ισκανταρίγια, γιατί λατρεύω να νιώθω ζεστά.Βαρύς ο αέρας. Ένα εκατομμύριο φωτιές συνοδεύουν αυτό το ταξίδι. Ένα εκατομμύριο μέρες με βαρύ αέρα κι αναμμένες φωτιές. Ναι, κάποιες μέρες, θέλω να πω ψέματα για να κρυφτώ. Κάποιες φορές ζήτησα να δω παγωμένους κομήτες. Κάποιες φορές έψαξα λεωφόρους στο στέρεο έδαφος, να περπατήσω, χωριστά από σένα. Ή το ταξίδι. Κάποιες φορές μου την έδιναν τα παλιά, τα προαιώνια αστέρια – ζήλεια ήταν; - και ήθελα να καρφώσω, να κρεμάσω καινούρια και θνητά στο νότιο ανατολικό ουρανό.Αστέρια που θα πετούσαν με φτερά. Σαν μικρά λαμπερά φτερωτά πεύκα. Ή φτερωτά τόξα. Ή βέλη.Το χρώμα τους ν’ αλλάζει. Από λευκό να γίνεται κόκκινο, πάλι απ’ τα χέρια μου. Γιατί δεν μπορώ και να μην τ’ αγγίζω. Δε γίνεται τα χέρια μου να μη γλιστράνε επάνω τους.Και να κοκκινίζει όλο το βράδυ. Και το δάσος. Και το ταξίδι. Και τα πραγματικά πεύκα.Και τότε είναι που φουσκώνουν αερόστατα. Ανεβαίνουμε γιατί έχουμε κουραστεί λίγο να βαδίζουμε το μεγάλο ουρανό. Ή να πετάμε.Και τότε είναι που επενδύουμε πιο πολύ στις παράφορες.Όπως σε κρατώ, όπως με κρατάς, στα μεγάλα ταξίδια των θλίψεων και των αντιστάσεων.Το ταξίδι είναι ευχάριστο, ολόδροσο, ανήθικο αρμονικό βύθισμα.Το αερόστατο γεμίζει χάδια και φιλιά. Και στιγμές. Βαρύς αέρας. Φωτιές. Ευδαιμονίες... Υπέροχο λίγο μικρό ταξίδι. Ταξιδάκι μου...Κόκκινο αερόστατο απ’ τα χέρια μου. Βαμβάκια από κόκκινα σύννεφα απλωμένα σε σχοινιά.Σου φοράω τα αστέρια στο λαιμό. Σου κρεμάω στην πλάτη το κόκκινο φεγγάρι. Σου πλέκω τα μαλλιά με παπαρούνες. Φεύγουμε.
Όσο μακριά μπορούμε. Όσο αντέχουμε την ανάσταση...


συνεχίζεται...

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2008

ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ



ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Πέταξα το βιβλίο στον αέρα, εκείνο άνοιξε και σημάδεψε το τζιν που ξεθώριαζε παρατημένο, αργά κι αθόρυβα στο πάτωμα, όπως πέταγα το χαρταετό στα δεκάξι μου, αφήνοντας ανέμελα το σπάγγο στην απόλυτη δικαιοδοσία του ανέμου. Πόση ανεμελιά σπαταλούσα τότε... πόση ξόδεψα αλόγιστα και την σκόρπισα, όπως τώρα, πολλές ώρες ξεπουλάω με αντάλλαγμα μια ακόρεστη λαγνεία που έχει τη ρίζα της στο παρελθόν.
Μέσα μου καίει η άνοιξη και τα χρόνια. Μέσα μου καίνε μπλουζ των χωρισμών. Μέσα μου καίνε χρόνια άγνωστα. Και τα νιώθω έτοιμα να ξεπεταχτούν ξαφνικά, μέσα από οξύμωρες μνήμες, να με χαρακώσουν, να μου κάψουν τα μάτια, τον ουρανίσκο, το δέρμα.Ποτέ μου δεν υπήρξα συλλέκτης αναμνήσεων. Συλλέκτης αχρήστων. Ό,τι έχω ζήσει, το κουβαλάω. Είναι πάνω μου και μέσα μου καταγεγραμμένο, οχυρωμένο, επικυρωμένο δυναμικά, με χιλιάδες γέλια και κλάματα. Δε χρειάζονται αποδεικτικά στοιχεία γι’αυτό.Ποτέ μου λοιπόν δε μάζευα μνήμες. Και είναι πολλοί που δε ζουν χωρίς αυτή τη διαστροφή... Όμως αυτή η αποχή μου, τώρα μ’ εκδικείται. Με παρατεταμένες αυπνίες. Κάθε βράδυ που μετράω εκατομμύρια προβατάκια. Κάθε πρωί που επικάθεται σαν ντελβές πάνω στα μάτια μου και δεν ξεκολλάνε. Κι όλο αυτό έχει μια παράξενη αισθητική. Με βάζει μέσα σ’ έναν τεράστιο πορτοκαλή ήλιο που δεν μπορώ να διακρίνω αν, πράγματι, είναι ήλιος ή ένας εαρινός, φωτισμένος αλλόκοτα, κύκλος. Μπορεί, έξω απ’ αυτόν, το φεγγάρι να τα «σπάει» με τ’ αστέρια. Εγώ, καταμεσής στο μεγάλο πορτοκάλι. Και όχι σαν τιμωρία. Και όχι σαν παγίδα. Σαν απόδοση μελαγχολίας, δεν αποκλείεται. Μιας μελαγχολίας όμως, δίχως εξάρσεις συμπτωμάτων. Δίχως βιολογικούς δείκτες.Κι εδώ, μέσα στο πορτοκάλι μου φυσάει ένας νοτιάς... Ναι, θέλω τον αέρα μου, είναι αλήθεια αυτό. Έναν αέρα δυνατό και καθαρό που θα κάνει ανεμόμυλους να ξαναγυρίσουν με φόρα, που θ’ αναγκάσει παλιούς φάρους ν’ αναβοσβήσουν για να στείλουν σινιάλα σε ξεχασμένα καράβια.Ίσως φταίει η άνοιξη που κάθε χρόνο επιστρέφει πιο συμπλεγματική. Ίσως φταίει πάλι που πρώτη φορά θυμάμαι. Με μια ιδιότυπη διαδικασία. Ξεκινάω από την ελπίδα που έμεινε. Και από τη φωτιά που θα βοηθήσει ν’ ανάψουμε τις μέρες μας ξανά. Να γεννηθούμε ξανά, ανάμεσα σε αίματα. Να κλάψουμε μ’ εκείνο το πρώτο, ακατέργαστο κλάμα, που δεν το θυμόμαστε, μα θα’ ρθει η στιγμή να το ζήσουμε πάλι. Και ν’ αφεθούμε σε αγγίγματα που έχουμε ξεχάσει ή αγνοήσει. Και να δώσουμε φιλιά αμείλικτα και σιωπηλά σ’ ένα στόμα που θα το καλέσουμε σε μια ζωή, καινούρια.Και άλλα όνειρα θα βρούμε να μας κρύψουν και να μας φωτίσουν γλυκά. Να μας λούσουν με ήλιο. (Και ας υπάρχουν φορές που όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με τα μεγάλα σου όνειρα και την άμεση προοπτική της πραγμάτωσής τους, τα φοβάσαι). Θα βρούμε και σώμα και ψυχή να φυσήξουμε μέσα τους την άνοιξη που φυλάξαμε τόσο καιρό στους πιο μυστικούς μας τόπους. Και χέρια θα βρούμε που θα τ’ αγγίζουμε και θα μας αγγίζουν τρυφερά, απαγίδευτα κι ίσως κι εξαρτημένα... Μέσα σ’ όλα αυτά που έμοιαζαν σαν οι παρυφές ενός μικρού κι ανεπιτήδευτου παραδείσου, φαινόσουν κι εσύ, κάπου στο βάθος του πελάγους. Καβάλα σ’ ένα τρικάταρτο σκαρί. Το βλέμμα σου, πίστευα, πως κοίταγε τον ήλιο που είχε αρχίσει να δύει κι έκανε την τελευταία του βουτιά. Εσύ με γυρισμένη πλάτη. Ανεπίστρεπτος.
Σήκωσα τότε μια λευκή πέτρα και την έριξα προς το μέρος σου. Κι ήταν αυτός ο μόνος τρόπος που είχα για να σου στείλω ένα σινιάλο πως είμαι ακόμα πίσω σου και σε κοιτάω. Δε γύρισες. Μ’ απαρνήθηκες; Ή μ’ αγάπησες άραγε τόσο; Κι ύστερα σου μίλησα με όσα ήξερα καλοκαιρινά λόγια. Και σου φίλησα όλο τον πελαγίσιο αέρα που ανέπνεες για να σου θυμίσω πως είμαι εδώ. Δεν τον μύρισες...Κι ύστερα αφέθηκα στην παντοδυναμία του αιγαιοπελαγίτικου θεού κι έτσι βεβαιώθηκα πως υπάρχω και είμαι εδώ. Κι ένιωσα τη θάλασσα σαν απαλό και τραγουδισμένο κοιμητήρι όλης μου της τρέλας, που της την άφησα, να την πάρει και να τη βυθίσει μαζί με όσα είπαμε στο χωρισμό μας. Γύρισα κι εγώ την πλάτη και περπατούσα στην άσπρη παραλία. Κενή και άχρωμη. Και δεν είδα που γύρισες και με κοίταξες με λατρεία. Δεν είδα τίποτα από το απέραντο βλέμμα σου. Το κεφάλι μου έτρεμε ολόκληρο. Μόνο ένα κοπάδι γλάρων πέρασε από μέσα του και φτεροκόπησε τόσο δυνατά που με σημάδεψε ανελέητα με τις φτερούγες του. Κι από τότε έζησα περισσότερο μέσα σου. Για να με βρίσκεις και να με κρατάς, όποτε με χρειάζεσαι κι όταν η ανάγκη σου για μένα ξεπερνά όλες τις άλλες ιστορίες. Γιατί η υπεροψία του παρελθόντος, η αλαζονεία του, μας τυραννάει, όσο την αφήνουμε, όσο της επιτρέπουμε να το κάνει.Άθελά μου λησμόνησα όλα τα παραμύθια. Υπάρχει όμως ένα που το κράτησα μόνο για μένα. Για να περιοδεύω μ’ αυτό παρέα τις νύχτες των αστεριών. Είναι εκείνο που θα πω και θα το αφιερώσω στο απεγνωσμένο βράδυ των γενεθλίων σου που μας στοίχειωσε με παραληρηματικούς δράκους, σ’ εκείνο το τηλέφωνο που κείτεται κατάμονο στο βυθό της θάλασσας των Φρικών, σ’ εκείνο το κλάμα σου στο Βαθύ που μ’ έπνιξε από λύπη. Και στην απώλεια των δικών μου αισθήσεων με θέα υπερβατική. Και τώρα γίνομαι ο προσκυνητής του. Σαν τραγούδι που το λέω και μέσα του εκπληρώνονται όλες οι ευχές και οι επιθυμίες μου. Είναι ένα παραμύθι που μιλάει για ένα μικρό, τρελό καράβι που φεύγει πάντα από το λιμάνι. Φτάνει να σφυρίξει τρεις φορές και ξεκινάω τα μεγάλα ταξίδια. Γυρνά, διαρκώς μεθυσμένο, από το σκληρό, αλκοολούχο φως του θεού ήλιου. Οι στεναγμοί που ξεφεύγουν απ’ τα φουγάρα του στο πέλαγος, τρέφουν τ’ αποδημητικά πουλιά, οι γλάροι, τα δελφίνια και όλα τα ψάρια. Γι’ αυτό είναι πάντα μαγεμένα και γελάνε κι ερωτεύονται και κάπου κάπου, χάνουν και τον προσανατολισμό τους.Καθώς βραδιάζει βρίσκω περισσότερο εμένα. Αποτυπώματα των χθεσινών αναπνοών μου στη νύχτα.Παρίστανα τη ζωντανή για να μπορώ να έχω μνήμη και αναμνήσεις από την παλιά μου μνήμη. Έτσι θυμόμουν πώς αποκτούσε νόημα το σύμπαν όταν ήμασταν μαζί. Μέχρι και οι ημικρανίες μου ήταν πιο γλυκές. Θυμόμουν πώς περίμενα εκείνο το σημείωμα που μου είχες υποσχεθεί πως θα συνόδευε τα κυκλάμινα που μου χάρισες. Δε σου είπα ποτέ τίποτα. Μέχρι τώρα που κάνω τη βλακεία και στο εξομολογούμαι. Πώς το περιμένω ακόμα. Τι αστείο! θα λες... Και κάθε μέρα το περιμένω. Και κάθε νύχτα. Απλά δεν το έχω. Κι αυτό – ναι! – είναι παράπονο. Είμαι κάθε βράδυ στην ίδια γωνία. Περιμένω το πιο βαθύ βράδυ, το πιο βαθύ σκοτάδι να περάσει ξανά αρματωμένο, οπλισμένο με τα ίδια αστέρια που, άλλοτε με πυροβολούν κι άλλοτε, ούτε που τα βλέπω.Κι άλλα βράδια περιμένω ξανά, στην ίδια γωνία. Χωρίς να ξέρω όμως τι περιμένω.Είναι φορές που στα μάτια μου το τοπίο φαντάζει αλλιώς. Ομορφότερο. Με τ’ αραιά του λυχναράκια σκόρπια και αρωματισμένα. Τότε καταλαβαίνω πως είναι άνοιξη κα σκύβω και φιλάω το νωτισμένο χώρμα και τους κορμούς των δέντρων. Ακουμπάω απαλά τα δάχτυλά μου στα καταπράσινα φύλλα που ανασταίνονται από τον πιο βαθύ ύπνο-θάνατο. Και δε θέλω καθόλου να τα πληγώσω με όσα αιχμηρά και σκληρά τα χέρια μου είχαν αγγίξει πριν, προηγούμενα βράδια του χειμώνα. Ένιωθα κάπως καλύτερα με τον εαυτό μου που ήταν καλός και τον αγαπούσα τότε.Τα πουλιά, που ανάσαινα τον απαλό σφυγμό της καρδιάς τους, μου τραγουδούσαν κι εγώ ξαγρυπνούσα ως την επόμενη στιγμή της γλυκιάς άνοιξης και σταματούσαν να βγαίνουν και να με καταδιώκουν φαντάσματα.Και κάποιος ήρεμος θεός φύτευε μέσα μου τις πιο αθώες, τις πιο ατραυμάτιστες, τις πιο αναίμακτες λέξεις που γίνονταν ποτάμια και κύλαγαν με τη ροή του Νείλου. Λέξεις άπειρες που συνήθως τους έλειπε η τελευταία συλλαβή για να τη βάζω εγώ και να τις αλλάζω και να μη μοιάζουν με καμία απ’ όσες ως τώρα γνώριζα. Φανταζόμουν πως διέσχιζα μια φωτισμένη πολιτεία που δεν την ήξερε κανείς, κι όμως, θα ορκιζόμουν πως έμοιαζε τόσο με την Αλεξάνδρεια... και περπατούσα. Κάποτε έφτασα σε μια ανεκπλήρωτη θάλασσα. Θλιμμένη... Αγκάλιασα με λαχτάρα ένα αφρισμένο κύμα κι εκείνο – τι περίεργο! – έμεινε εκεί, στην αγκαλιά μου, αποκοιμισμένο. Έπειτα μου το πήρε ξανά η ίδια θάλασσα και μόνο εκείνη ξέρει τι απέγινε εκείνο το κύμα. Το μάγεψε και το τράβηξε μέσα της και γνωρίζει τη συνέχεια ή το τέλος του.Όπως κι εσύ που έγινες αέρα. Λες κι ήσουν ποτέ κάτι άλλο εκτός απ’αυτό. Μήλα κόκκινα και λευκές κερασιές που κάνουν μάγια... Το μεγάλο βράδυ κοιμάται γερμένο σε ώμους δύστροπους, ο άνεμος κολυμπάει στα μαλλιά σου, έχασε κι αυτός το δρόμο προς την αιωνιότητα, βλέποντας εσένα να κυλάς και να χάνεσαι, ανεβασμένος στις πολύτιμες ρόδες σου... Το βράδυ έμεινε εκεί. Τυλιγμένο γύρω απ’ το γυμνό σου κορμί που γνέθει αγάπη αλλά και χωρισμό. Εκεί, στο μεγάλο βάθος του σώματός σου το βράδυ γίνεται το θύμα σου.
Απόψε είπα ν’ ανοίξω κι εγώ τις νυχτερινές, σκοτεινές μου πόρτες. Να’ ρθεις. Να μπεις από κει χωρίς να χτυπήσεις.Κάποτε έφυγα από ’σενα. Με ολομέταξο άλμπουρο. Για ν’ αποφύγω τους ιούς της έξης. Για ν’αποποιηθώ την ισοβιότητα. Για ν’ αναδείξω την αυτοκρατορική μου άρνηση. Και να πέσω με τα μούτρα ξανά στις απόκρημνες αλήθειες μου. Φύσηξα μια ανάσα καθαρή. Εκπνοή που τα καθάρισε όλα και τα έσβησε σαν γενέθλια κεράκια. Έσβησε όλα όσα ήταν να σβήσουν. Και να χαθούν. Είχα δικαίωμα στην προσωπική μου αναθεώρηση. Και στην ιδιωτική μου απογοήτευση. Και είναι αυτό από ’κείνα τα δικαιώματα που οι προθέσεις τους είναι σαφείς κι όχι διφορούμενες. Από ’κείνα που παγιδεύουν και κομίζουν πάντα ένα δικό τους μαγικό χρόνο και τον ανταποδίδουν ως κληροδότημα. Βαδίζω σε αλγοδρόμια. Ποτέ δε λοξοδρομώ απ’ αυτά. Με μια «πειραγμένη» ασυμβατότητα του συναισθηματικού και του αισθητού.Εσύ οδηγείς. Βιάζεσαι να φτάσεις στη δουλειά σου. Όμως παρασύρεσαι από τη θερμοκρασία της παραλιακής κι έτσι όπως πατάς το γκάζι, αφαιρείσαι κι ενδίδεις στις θερμές μάζες του αέρα. Μαχαιρώνεσαι απ’ αυτές. Ελαφρύ τραύμα. Περισσότερο απ’ τον ήλιο. Γέρνεις σε μια εξωτερική προσευχή. Γέρνεις στις θυελλώδεις σου εμμονές.Βγαίνοντας από μια ερωτική ιστορία, βγαίνεις με οδύνη και από μια αλήθεια, που είτε το θες, είτε όχι, όρισε κάποιες στιγμές σου. Είναι δύσκολο να την αποχωριστείς...
Έχουμε χωρίσει εδώ και καιρό. Η σχέση μας κλυδωνιζόταν επικίνδυνα. Καρυδότσουφλο στους πέντε ανέμους και στα χίλια κύματα. Χνάρια από δαίμονες. Χνάρια από αγγέλους. Μπερδευτήκαμε από τις ανάκατες πατημασιές... Πώς, πού να βαδίσουμε; Είπαμε να τελειώνουμε μ’ αυτό το κουβάρι. Και να πάρουμε τον κόσμο απ’ την αρχή. Χωριστά.Είμαστε σε διαφορετικά χρονικά σημεία του ίδιου ονείρου. Όνειρο σεληνόφωτο. Διάτρητο από αιχμηρές λάμψεις. Εγκόσμιο όνειρο που κατέκλυζε τη ζωή μας. Όλη τη ζωή μας. Εύθραυστο, ή μήπως όλα τα όνειρα είναι εύθραυστα; Από ασθενικά υλικά; Απλά τόσο, όσο και βίαια; Ακίνητα. Που βρίσκονται πάντα εδώ. Να μας δίνουν καινούρια φτερά. Ή να μας καταπιέζουν σαν σκουριασμένες χειροπέδες. Όνειρα σαν νυχτοφάναρα για τα μάτια. Ή για μαύρους κύκλους γύρω από τα βλέμματα. Της βόλτας και του περιπάτου. Περιπατητικά βλέμματα σε περιηγητικά όνειρα. Με τύψεις άγνωστες ως τώρα. Της τρέλας. Των στεναγμών.Ήσουν το γράμμα «χι» των γραμμών του χωρισμού που τέμνονται σ’ ένα μοναδικό σημείο, ακολουθώντας ωστόσο αντιδιαμετρικές κατευθύνσεις, αποδυναμώνοντας έτσι το σημείο τομής. Ήμουν το γράμμα «πι», το αίθριο των Μινωικών ανακτόρων. Εσύ μόνιμα στραμμένος στην ανατολή, εγώ στη δύση, στο μέρος του Άδη. Προσηλωμένη σε τρίσπονδες λατρείες, θυσίες, τιμές. Μέλι, κρασί και γάλα στα χέρια μου. Ως τους ώμους βουτηγμένα. Βουτηγμένη στο χαμένο μας έρωτα. Εκεί, ως το κεφάλι.
συνεχίζεται...

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2008

νίκος καρούζος




Ἡ νύχτα μὲ συμφέρει



Πράγματι ἡ νύχτα μὲ συμφέρει.


Πρῶτα-πρῶτα ἐλαττώνει τὶς φιλοδοξίες·


ὕστεραδιορθώνει τὶς σκέψεις·


ἔπειτασυμμαζώνει τὴ θλίψη καὶ τὴν κάνει ὑποφερτότερητὴ σιωπὴ μὲ σέβας ἀνατέμνει·


ἐξαίρει τὴν ὄσφρηση μὰ προπάντων ἡ νύχτα περιζώνει.

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2008

ένας λύκος στο Νείλο


Είχε μάτια τεράστια…τα μάτια αυτά όχι μόνο κοιτούσαν αλλά και ανέπνεαν…και κάποτε γλιστρούσαν έξω από τις κόγχες τους…έλιωναν…έκλαιγαν αλλά τα δάκρυά τους εξατμίζονταν αμέσως…δεν άφηναν το παραμικρό ίχνος…η διάρκεια της ζωής του όπως και η ηλικία του ήταν άγνωστες…το αγαπημένο του έδεσμα ήταν το μήλο…ζούσε μια ζωή παράλληλη…με κάποιες άλλες ιδιόμορφου τύπου «ζωές»…του άρεσε να κρέμεται από κουρτίνες…να κοιτάζεται σε καθρέφτες…απωλεσμένος…και το καλύτερό του ήταν να βουλιάζει στο Νείλο και να μασάει πότε πότε νούφαρα…συνομιλούσα μαζί του όπως μπορούσα…μερικές φορές κυριολεκτικά κρεμόταν από πάνω μου…ειδικά στις περιπτώσεις εκείνες που η στάθμη του Νείλου ανέβαινε…φοβόταν τότε…είχε τα μάτια του και την αγνωσία του…αλλά ένιωθα συχνά πως και η παραμικρή του κίνηση, ακόμα και αυτή η ολίσθηση των ματιών ήταν απλώς ασκήσεις υποκριτικής…μια μέρα με πήγε στη φωλιά του…ασυνήθιστο για έναν λύκο να έχει μια φωλιά-σπηλιά σε ποταμό…κάποτε μου είπε μια ιστορία για κείνον…συνέβη σε κάποια από τις ζωές του…βρισκόταν μόνος σε ψηλό βουνό…κι έτρωγε το αγαπημένο του κατακόκκινο μήλο…για την ακρίβεια του είχε μείνει μόνο το κοτσάνι…εμφανίστηκαν δίποδα παράξενα…τον πλησίαζαν απειλητικά και άρχισαν να μουγκρίζουν…θα ήταν δυο τρία…η όψη τους ήταν μειλίχια κάτι εντελώς παράδοξο αφού οι διαθέσεις τους ήταν πέρα για πέρα τρομακτικές…και αδηφάγες…του μούγκρισαν σε μια γλώσσα ακατάληπτη…άρχισαν να τον αγγίζουν αλλά καθόλου δεν έμοιαζαν μα χάδια αυτές οι αφές…τον δάγκωναν…άρχισαν να του τρώνε τη σάρκα…ο Νείλος οργίστηκε που το ένιωσε…την τελευταία στιγμή διέσωσε την ψυχή του απ’ αυτό το κατακρεούργημα…και την εμφύτευσε στο τωρινό του σώμα…από τότε συμβαίνει κάτι παράξενο…αυτό με τα μάτια του εννοώ…αρχικά δεν μπορούσα να εξοικειωθώ με τέτοιο φρικτό θέαμα…το πάλεψα όμως επειδή τον αγαπούσα και λίγο λίγο μετρίασα αυτό το φόβο…που άγγιζε περισσότερο την έκσταση και τη θεοληψία και δεν ήταν αμιγής φόβος…πάντως και υπό την επίδραση αυτής της «μέθης»…δεν αισθανόμουν πάντοτε ευχάριστα…αρκετές φορές μάλιστα…τα πιο ευγενή συναισθήματά μου για κείνον μεταπλάθονταν σε κλειστοφοβικά…σε ανασφάλεια και αβεβαιότητα…ειδικά όταν κατάλαβα ότι ο λύκος έλκει πάνω του, νομοτελειακά, συμφορές και κατάρες…κι ας είχε την εύνοια του Νείλου…
Στον αντίποδα αυτών των καταστάσεων και των συναισθημάτων βρισκόταν μια άλλη του υπόσταση…ώρες ώρες έκανε σαν μικρό παιδί με μια αφέλεια που με εκνεύριζε…επέμενε τόσο να του αγοράζω μήλα…αδιόρθωτος ήταν σ’αυτό…στο τέλος πάντα του έφερνα μήλα περισσότερο γιατί όταν τα έτρωγε δεν υπήρχε περίπτωση να του «βγούνε τα μάτια» και ήταν και οι μοναδικές στιγμές που τον έβλεπα να χαμογελά…και τον παρατηρούσα…με ανιχνευτικές λεπτομέρειες…η μύτη του υγραίνονταν…τα μάτια του ήταν πιο όμορφα από ποτέ…λαμποκοπούσαν…το τρίχωμά του γινόταν άσπρο…σαν το φλούο αυτό του φρέσκου χιονιού…κατάλευκο…
Άλλες φορές διαπίστωνα μια έπαρση στις κινήσεις του…όχι σκηνοθετημένη…αλλά σαν να εγείρονταν κάποιος υφέρπων και σκονισμένος μηχανισμός μέσα του που του υπέβαλε την κυριαρχία στο «παιχνίδι» μας…ούτε μπορούσα να του καταλογίσω συμπλέγματα …ήταν πολύ βασανισμένος από τις ζωές του…με παρακάλεσε να μείνω μαζί του λίγο καιρό…δηλαδή όσο περισσότερο μπορούσα…και αυτή τη φορά το πέρασμα μου να μην ήταν τόσο σύντομο…σκέφτηκα ότι μου το ζήτησε γιατί κανείς άλλος δεν του έφερνε μήλα με την ίδια ευκολία που του έφερνα εγώ…γι’ αυτό ήθελε τόσο διακαώς να με κρατήσει κοντά του…
Έμεινα λοιπόν…τάχτηκα μαζί του για μερικές πανσέληνους…οι δυο μας μόνοι…σαν υπολείμματα κάποιου άλλου καιρού…σαν ξεχασμένα πλωτά…σ’αυτόν τον ανισόρροπο ποταμό που πηγάζει από το νότο και χύνεται στο βορρά…δεν ήθελα με τίποτα να είναι αυτός ο οριστικός μου σταθμός… «αγάπησε κάποια»,του λέω σε μια ανύποπτη στιγμή… «αγαπώ εσένα», μου απαντά… «εγώ δεν είμαι λύκαινα, δεν έχω καν σώμα…»… «και? Δεν με πειράζει καθόλου…εσένα αγαπώ…»… «τι εννοείς όταν λες μ’ αγαπάς?»… «σ’ αγαπώ…όπως τα μήλα…όπως τα γιαπωνέζικα τατουάζ…όπως τα φτερά των πουλιών…,τα χαράματα…τα σκοτάδια…τα νούφαρα…»…τα μάτια του άρχισαν να γλιστράνε ξανά και να χύνονται…σαν το σιρόπι από γλυκό του κουταλιού έξω από το βαζάκι του…αλλά δεν τα φοβήθηκα αυτή τη φορά…δεν ξέρω γιατί…δεν μπορώ να πω… «έλα , γράψε μου κάτι στο δέρμα… «τι?»… «μια πληγή…μια ιστορία…έναν τόπο…ένα παραμύθι…ένα χάος…έναν γκρεμό…ένα βουνό να το ανέβω που το έχω επιθυμήσει…ένα ξημέρωμα…ένα σχοινί με κόμπους…κάτι κάτι…που να κρύβει αμέτρητους κινδύνους…»… του έγραψα μια σκηνή…ήταν, λέει στους Δελφούς με Νότιο Σέλας…ημέρα ανώνυμη αλλά έμοιαζε με Πέμπτη…-χρειάστηκε να υποδυθώ ένα ρόλο κατάχρησης υποψίας…-,του έγραψα νερό από πηγές αμόλυντες…ένα τσιγάρο να του δίνεται όταν τελειώνει η ιεροτελεστία της βρώσης του μήλου…ένα μυστικό και μουσκεμένο κορμί να του παραδίνεται…όταν τον καλεί το μεθυστικό του άρωμα…με τρόπο απροσδόκητο και ύποπτο…για να σταματάει για λίγο ο χρόνος του εκεί…,κι ακόμα, μια νύχτα με πάχνη και υγρασία…με κάποιο τρένο που θα περνά και θα σφυρίζει…και θα είναι φορτωμένο μήλα, χιλιάδες εκπλήξεις, χιλιάδες σκιές…και μετά έφυγα…με τα «φτερωτά μου σανδάλια»…χωρίς ούτε μια στιγμή να κοιτάξω πίσω…θα τον συναντούσα έτσι κι αλλιώς σε κάποια άλλη ζωή…σε κάποιον άλλο ρόλο του…σε κάποιον άλλο δικό μου…

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2008

μούσα ή μούσια?


«ΈΣΩ ΦΡΕΝΩΝ»

Μ’ εξαντλήσαν βίαιες κορυφές
με πυρώσαν μάτια και προφάσεις.
Ίσως περίμενα από μένα αντιστάσεις
ακίνδυνων ερώτων κομίζω τις διαστάσεις, τις κρυφές.
Κορώνα γράμματα το παίζω το εγώ μου
δε μ’ ενδιαφέρει αν μείνω μόνη με τον άλλο εαυτό μου.
Προς το παρόν γλιστράω στην κούπα με το σκούρο υγρό,
στης καφεΐνης το τέλμα, επενδύω έναν Αύγουστο.
Λέω καλημέρα –ανυπόστατη φήμη-
Ή ελέγχεται…
Έχω ξεμάθει στα μικρά, φτηνά τεχνάσματα.
Παίρνω στη χούφτα μου μια σκέψη της οδύνης
Φυσάω πάνω της μια ανάσα ανακωχής.
Μα εκείνο που είχα πιο παλιά πιστέψει
Μοιάζει μ’ ενθύμημα λέξης φρικτής.
-Πλαστή ή ιδεώδης αμηχανία η ανεμοζάλη-
Γι’ αυτή τη ζάλη θα ρίχνω τα ζάρια
-στους θεούς μπροστά των δυσμικών χρωμάτων-
γι’ αυτό το αίμα που τρέχει τυφλά.
Κάποιος μου φύσηξε νύχτες στα μάτια
Κι άρχισε άξαφνα να βρέχει μαύρα κύματα.
Άλλαξαν πρόθεση τα μονοπάτια
Λιώσαν κομμάτια οι καλές χαρές,
οι βροχές, οι μπόρες
με μίσησαν.
Ούτε κι εγώ τις ήθελα ποτέ.
Χνώτιζα βλέμματα, άνοιγα πόνους,
δειγμάτιζα πόρους,
έλυνα κόμπους.
Γυάλιζα πίκρες, τις πιο οδυνηρές.
Μετά περνούσα τους δύσβατους όρους
-άνευ όρων-
και πυρπολούσα χαμένες φωνές.
Χτυπούσα πέτρες. Έβριζα πέτρες. Έκοβα πέτρες.
Θυσίασα. Αξίωσα τη θάλασσα.
Η θάλασσα σκοτώθηκε…
Την ονειρεύτηκα. Τη φοβήθηκα.
Η θάλασσα σκοτώθηκε από βαριά πυξίδα.
Μισή αλήθεια στο κενό, μισή στην Ατλαντίδα.
Τρέχω στην άλλη θάλασσα, στου σύμπαντος το χείλος
εκεί κάπου ανάμεσα ξεκουράζεται ο Νείλος.
Είναι ένα νέο σωστικό αυτό που θα σου φέρω
κι όχι ένα πείραμα φτηνό.
-Διώξε με-
-Αγνόησέ με-
Κομμάτια, συντρίμμια και απόσταση, ρίξε ανάμεσά μας.
Ανάμεσα στα μάτια μου.
Ανάμεσα στα σφυρίγματά σου άνεμε…
Σπρώχνω κι εγώ μέσα σου όλη μου τη ζωή.
Αν έχω. Αν είχα.
Φτιάχνω πάλι εικόνες.
Σκαρώνω νέους ήρωες. Όλο αδικώ κάποιους παλιούς.
Μέρες ασήμαντες. Νύχτες ακύμαντες. Συνήθειες.
Απ’ του παλιού του εκκρεμούς το ρυθμό
Κλέβω ιδέες, όταν βγαίνει ο κούκος στο μπαλκονάκι
-πάντα τον ζήλευα εκείνον που μπορούσε μόνος του
να φέρνει μια Άνοιξη-
Πάνω σε άρμα τέθριππο, στολισμένο λύπες…
Πίσω του σέρνει δυο αγρίμια του δήμιου έρωτα.
Κραυγάζει. Είμαι εδώ.
Δεν είμαι μέρος της φωνής. Είμαι το όλο.
Ακύρωση. –Συμπλήρωση.
Είμαι ασφάλεια παρωχημένη.
Παραπλανήσεις –Να μου θυμίσεις να σου φιμώσω τα δυο σου μάτια.
Ψέματα λένε. Έχουνε πει.
Εγώ εδώ. Στα σκαλοπάτια.
Αστέρια κόκκινα. Πυκνή σιωπή.
(Να! σε μια άλλη φωτογραφία, πιο απεγνωσμένη.
Κίτρο γλυκό –αρμπαρόριζα, νερό πικρό).
Σ’ ό,τι αγαπάς, σ’ ό,τι σ’ αρέσει, σ’ ό,τι σου μένει
να είμαι εγώ…
Είμαι κι εγώ;
Να είμαι… Εγώ. Ο κυνισμός σου κάποτε μ’ είχε χωρέσει.
Η αδυσώπητη φυγή μου, η πιο τίμια απ’ όλες.
Κηφήνες είναι οι μνήμες.
Κηφήνες σε αγέλες.
(Ή αγέλαστος μνήμη…)
Να! πάλι εδώ, να τρώμε καραμέλες
κι αυτή η φωτογραφία, αντιστοιχία,
σ’ ενός παλιότερου – παράφορου φιλιού μας
τις κυψέλες).
Ο αριθμός, το δώδεκα. Αυτός ο αριθμός ηχεί σαν δέσμη
χτυπημάτων από νεκρώσιμες καμπάνες.
Δώδεκα οραμάτων.
Κι οι πληγές εφτά.
Μεσάνυχτα, στη δύση των θαυμάτων, αυλές κι οι άγγελοι –
οι εραστές των άοπλων ή αφοπλισμένων κοριτσιών –
φονικά στέλνουν στις κοιλάδες τους.
Στις Κυκλάδες…
Πέφτουν απρόοπτα μετέωρα.
Στο Βόλακα είμαστε ή στην Καλαμπάκα;
Παγανιστικά σύμβολα
Πεταλούδες βγαίνουν χορεύοντας απ’ τα μαλλιά σου.
Πλειστόκαινος διάπλασις η ρωπική σου σκέψη.
(Ρωπογραφία κι αυτή η φωτογραφία).
Πορνογραφία. Σεμνή. Αγία.
Κι αυτό το βέλος στην κορυφή του πιάνου,
δοξάρι που κρατάει τα ηνία των πλήκτρων.
Α! στο πλεμάτι αυτό του κόσμου,
φάνηκαν άδολα ιστία.
Κι η ρέα τίναξε το κεφάλι, βγαίνοντας απ’ την τρύπα της
ερήμου.
Σκόνη κι άπλετο φως.
Η ρέα φίλησε το ράχος που κείτονταν κατάμονο κι ένιωθε
εγκατάλειψη.
Μόνο του εγκαταλείφθηκε.
Κι ήταν μόνο και δειλό ως το φιλί. Έτσι μόνο του και δειλό.
Στεγανό. Αλλά τώρα είναι ο κόσμος.
Και το νερό πέφτει ακόμα στις ήδη πλατιές θάλασσες και
τις διαστέλλει. Κι άλλο.
Ανανεώνει τις λίμνες μες στα στόματα που αρθρώνουν
στάσιμα ψέματα.
Υπερχειλίζει τα ποτάμια.
Κι εμένα με κάνει πιο πλατιά. Καλύτερη. Στο φως διάφανη.
Ω! το καλό νερό καθώς μ’ αναρριπίσματα πυκνά με
μαστιγώνει, μ’ εξαγνίζει αποθεωτικά και με στέλνει
να ταξιδέψω στα βαθιά. Κοφτεροί βράχοι.
Πνίγομαι ενώ σε μισώ καλύτερα.
Στο καλό να πας, να πάω.
Στο καλό ν’ απολεστώ.
από τη συλλογή μου οι τρομπέτες του Οκτώβρη












Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2008

κάτι που ίσως άλλαζε τον κόσμο


συναντώ μια μια τις ανάσες μου πριν γίνουν υδρατμοί...μετριέμαι με τον καλύτερο εαυτό μου...ο κακός μόλις ξύπνησε και με περιμένει στη γωνία για τα ολοκαίνουρια σκάνδαλα της ημέρας και της νύχτας...δε θα του παραδοθώ χωρίς αμαχητί, χωρίς έναν μικρό πόλεμο τουλάχιστον...που θ' αφυπνίσει κάποιε χορδές ή κάποιες ορμόνες...αποκαλύπτοντας κάτω από το δέρμα, μια άλλη "επιφάνεια" θεού λησμονημένου ή ξεχασμένου ήρωα...σε μια ταινία μελανιού γραφομηχανής...θα βουρτσίσω τα δόντια μου...να είναι καλά ακονισμένα για τις λέξεις που θα δαγκώσουν...θα μασήσουν και θα καταπιούν...ο ουρανίσκος μου θα είναι έτοιμος να γευτεί από σκουριά και δηλητήρια μέχρι καπνό και σίδερο...το στομάχι μου ανέλπιστα ανθεκτικό σε βαριά τραύματα και τρέμουλα που απλώνουν στα μέλη και στο μυαλό...για να παράξουν νεογέννητες εικόνες και υπερφίαλα φαντάσματα που θα βολοδέρνουν όλη μέρα...και θα κυνηγιούνται...απόρθητα από τους φονικούς ειρμούς μου...θα επιμείνω λίγο ακόμα...ώσπου να ξεχαστώ από υποβολιμαίες ενοχές που θα σαπίζουν από το πλεόνασμα του νερού στις ρίζες τους...αλλά και πώς αντέχουν τόσα θαύματα να αργοκινούνται σαν ερπετά και να υποφώσκουν χαλαρώνοντας τις μνήμες από κάτι καλό και εξίσου επίμονο...θα χτενιστώ και θα βάλω όπερα-το ραδιόφωνο τελείωσε για μένα από τη στιγμή που ο Δημήτρης έφυγε από το σταθμό-...και θ' ακούω μηχανικά...κι αμήχανα..."από μηχανής" αγγεία σύζευξης διάφορων μπερδεμένων ήχων και κραδασμών να με αποχαυνώνουν και άλλοτε να με τρομάζουν...θα τινάξω το μυαλό μου λίγο στο καυσαέριο...και θα ντυθώ να βγω...να φύγω από τη μόνιμη απάτη-νάρκη του σπιτιού...αφήνοντας πίσω έναν κόσμο τρίπτυχο για έναν πιο βολικό...γυρίζοντας αργά το βράδυ θα λύσω τα μαλλιά μου και θα ξαπλώσω στο πάτωμα...φιλώντας στοργικά τα παράθυρα...και αναπνέοντας την ολονύχτια ονειροβασία και μια σταγόνα αθανασίας από τα όνειρα που συχνά δανείζω και στις σκιές και στις νυχτερίδες μου...

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2008

...για ποδήλατα ραδιόφωνο ποίηση και μούμιες...

πολλά μαζεύτηκαν...θα ξεκινήσω από το τελευταίο και πιο μακάβριο ίσως, ανατριχιαστικό σίγουρα...τις μούμιες του ραδιοφώνου που παριστάνουν πως διαβάζουν ποίηση και το χειρότερο, την εννοούν ποδηλατώντας, όταν ο "θεός" κοιτάζει αλλού, οι καρχαρίες κατεβάζουν τζακ ντάνιελς και οι ελέφαντες καπνίζουν στριφτό...
όποιος κατάλαβε χριστό ή παναγίτσα ή και τα δύο-καθόλου δεν αποκλείεται-να μιλήσει στα ίσια...καθαρά και ξάστερα όπως εγώ...ας παραδειγματιστεί...επιτέλους