Πέμπτη, 17 Απριλίου 2008

νεκροφάνεια-music story


Έχω δηλώσει από καιρό ότι δεν έχω ιδιαίτερη αδυναμία στα μπλογκοπαιχνίδια.Αυτό όμως το βρήκα χαριτωμένο, ενδιαφέρον και δημιουργικό.Ευχαριστώ πολύ τον "από μηχανής θεό" που μου άφησε την πρόσκληση.Το παιχνίδι είναι απλό. Επιλέγουμε στίχους από έναν αγαπημένο μας δημιουργό-ερμηνευτή,στιχουργό- από διάφορα τραγούδια του και τα συνθέτουμε σαν ψηφίδες, σε μια δική μας δημιουργία, παρεμβάλοντας και δικές μας σκέψεις προκειμένου να φτιάξουμε μια ιστορία που θα έχει θέμα. Κάτι σαν κολάζ δηλαδή στίχων αλλότριων και δικών μας-ίσως ιδιωτικών σκέψεων-που κάτι θα έχει να πει...

Το δικό μου αφορμήθηκε από τη μοίρα και τον άνθρωπο,το πεπρωμένο κοινώς,την ειμαρμένη...

Τους στίχους που παραθέτουμε τους δηλώνουμε με κάποιο τρόπο, εγώ τους σημειώνω με διαφορετικό χρώμα και πλάγια γράμματα.Είναι στίχοι που έχει γράψει ή ερμηνεύσει ο Χρήστος Θηβαίος.Από τα άλμπουμς,"Μέρες αδέσποτες","Είμαι αυτό που κυνηγάω" και "Ο Άμλετ της σελήνης".

"Περικοπές Ενός Απόκρυφου Ευαγγελίου"

Ωραία που όλα τελείωσαν εδώ απόψε,σκέφτεται. Σκύβει στη λεκάνη πάνω από το βρόμικο νερό. Τον εαυτό μου παραλίγο να ξεχνούσα μέσα της. Η σκιά μου πάντα την κυνηγούσε, όχι εγώ. Το όνομά της φώναζα για να καθρεφτιστεί η φωνή μου. Αλλιώς φωνή δεν είχα. Τα μάτια της κοίταζα για να με δω ολόκληρο. Αλλιώς δεν είχα πρόσωπο,ούτε σώμα είχα. Κάπου η νύχτα μεσοπέλαγα κρεμιέται στην αγχόνη του ουρανού,
Κι εγώ κρεμασμένος ανάποδα είμαι σαν νυχτερίδα από το ταβάνι. Η μέρα δε λέει ν’ανατείλει, η νύχτα δε λέγεται νύχτα. Η πραγματική νύχτα σταματάει στα διόδια…
Ξεχείλισα απ’όσα έχω μοιραστεί κι ένιωσα λειψός με όσα έχω κρατήσει. Στριφογυρνώ χαμένος μέσα σε ό,τι έχω κερδίσει.
Τα δάχτυλά μου βυθίζονται σε εσοχές άγνωστες του κορμιού μου. Αγγίζω? Δεν αγγίζω? Έχω αφή, όραση, γεύση? Άνθρωπος είμαι? Παίρνω φόρα και ρίχνομαι ακόμα πιο βαθιά στο κατάμαυρο πηγάδι του σκοταδιού. Από κάτω η λεκάνη με τα βρόμικα νερά. Από κάτω εκατομμύρια οχετοί.
Ακόμα στέκομαι και κοιτάζω χαμένος. Θυμάμαι? Θυμάμαι κάποτε στα μάτια της κυνήγησα τον εαυτό μου μ’ένα μαχαίρι της κουζίνας. Τώρα στο βάθος ακούγονται παράσιτα ραδιοφώνου. Ασθενώ στο μπάνιο…Μα να ξάφνου λίγο φως. Περισσότερο. Περιοδικό σαν σινιάλο φάρου από μια μικρή κουκίδα του γαλαξία. Πιο πολύ…Ό,τι με κλώτσησε σ’αυτό το φως είναι μηχανισμός αυτοσχέδιος. Και πάλι σκοτάδι.
Τη σκότωσα απόψε. Αυτό το βράδυ. Είναι νεκρή. Τη σκότωσα στ’αλήθεια. Δεν νιώθω καμιά ενοχή. Άλλωστε,δεν είναι ένοχοι όλοι οι δολοφόνοι.
Ακούω ξαφνική δυνατή βροχή. Αλήθεια είναι τώρα αυτό? Πάντα ένιωθα ο Άμλετ της Βροχής κι ας ήμουν μόνο ο Άμλετ της Σελήνης…Τα παράθυρά μου είναι πάντα ανοιχτό κύκλωμα στη βροχή. Έχω ακόμα αίματά της στα χέρια μου. Τη σκότωσα κι αγκαλιάζω το κορμί μου με το αίμα της. Είμαι γυμνός. Αγκαλιάζω το κορμί μου. Το συγχωρώ και ακούω τι μου λέει, τι κρύβει το σώμα μου. Κι από πάνω τα όρνια κύκλους κάνουν, πάνω από το πτώμα των εκλεκτών. Κι από κάτω η λεκάνη με το βρόμικο νερό. Η λάσπη. Ο βόρβορος. Ο οχετός. Μια νυχτερίδα είμαι, αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάω. Μια νυχτερίδα κρεμασμένη ανάποδα και τίποτα άλλο. Τη σκότωσα κι έδιωξα τους μύθους της στα πέρατα της γης…
Τίποτα τώρα δεν μπορεί να με κρατήσει δεσμώτη. Είμαι ελεύθερος. Είμαι γενναίος,δεν είμαι δειλός.Ό,τι σκότωσα πουλάω μα αυτό το αίμα με δένει σφιχτά σ’έναν αρραβώνα ακριβό.
Τη σκότωσα και ξεμπέρδεψα. Πάω στο ανοιχτό παράθυρο τώρα. Δεν έχω μοίρα. Πηγαίνω όπου με πηγαίνουν τα μάτια μου. Τρέμω μα είμαι ολόκληρος τώρα. Η λεκάνη μακριά. Και τα βρόμικα νερά. Κοιτάζω τον ουρανό. Μαύρος που είναι κι αυτός. Μόνο το θολό κόκκινο φεγγάρι ξενυχτάει μαζί μου,να μ’έπαιρνε μαζί του,έχω σαλτάρει σ’αυτό το κελλί.
Βγαίνω σιγά σιγά από το παράθυρο. Δεν πατάω στο έδαφος, είμαι σίγουρος γι’αυτό. Νυχτερίδα ή πουλί. Δεν ξέρω να πω. Πάντως πετάω μακριά από τη λεκάνη. Τη σκότωσα. Πάντως πετάω. Με τα χέρια ανοιχτά…Πετάω πάνω από παιχνίδια ζωής που είναι η αρχή και το τέλος…Πετάω πάνω από τη θάλασσα σαν άστρο καρφωμένο σε κατάρτι. Επιτέλους τη σκότωσα. Κι ας ξέρω πως σε ό,τι εκείνη προσπερνάει εγώ θ’ακολουθώ. Θ’απλώσω το χέρι μου για μια ακόμα φορά, προσπαθώντας ν’αγγίξω το φάντασμά της, που όλο γλιστράει.
Τώρα όμως-αγκαλιασμένος με το σώμα μου και από τα φτερά μου-χορεύω χορεύω χορεύω και με δικαιώνω και τη μοίρα μου που μου την είχε στημένη, σκοτώνω πάνω σ’αυτό το γλέντι.
Τη σκότωσα. Ελεύθερος. Με αίματα. Και είμαι μόνος κι ελεύθερος. Εγώ και ο εαυτός μου. Και ο παράδεισος είναι που μοιραζόμαστε τούτη την κόλαση μαζί…

Πέννυ,Σολωμάντζαρος,Enfant Rate,Fuji,Churchwarden,Nomad,Παράξενος Ελκυστής,Ωσηέ,Fatale,123 Λέξεις, k.t.kouk,flying libido with a ukulele,faraona,Γιάννης Φιλιππίδης,Γιάννης-ανώνυμος-,άβατον,Άρης Δαβαράκης,weaver,αλαφροίσκιωτος,στιχάκιας και Μαύρος Γάτος,
Έχετε πρόσκληση.

και όποιος άλλος θέλει, μπορεί να παίξει,
όποτε έχετε χρόνο και ...κέφι
να πω ακόμα ότι όποιος έχει τη δυνατότητα μπορεί να συνοδεύσει το κείμενο με τα τραγούδια,τους στίχους των οποίων έχει χρησιμοποιήσει,και μπορεί να είναι και σε ξένη γλώσσα.