Δευτέρα, 14 Απριλίου 2008

ακηδεία


Μετά από κάθε Κυριακή, πνιγηρή εξάρτηση γιορτής απωθημένης,
λίγο πριν σπρώξουμε πιο μέσα μας πλανόδιες σελήνες πεινασμένες
Και στριμωχτούμε σ’αναμνήσεις σκονισμένες
Θα στερηθούμε μια ανάσας το δίχτυ που θα κλείσει
Ανάμεσα σε αντίχειρα και δείκτη
Αφορισμένες θύελλες κι ανέμους πιο κακούς
Που θ’ακυρώνουν βίαια κι οριστικά την πτήση
Η έμπνευση είναι βαλτή να μας πουλήσει
ολόκληρο το δέος της,
αν έτσι γίνεται πιο εύκολο να μας καταποντίσει
κι αν φοβηθούμε το χαρτί,
-κι αν απ'τα χνώτα του δειλά εξαρτηθούμε-
των φράσεων τη συντριβή
-έτσι ή αλλιώς-
Από παλιά μας πυρπολεί στυγνά του εγκεφάλου η στύση…
Μέσα απ΄τη μνήμη του λωτού και του ιππόκαμπου το βίο
Μας απειλεί από αρχής, στα όρια της παρακμής να μας κρατήσει…
Αν τώρα άλλο δεν μπορεί, δένει το χέρι στο χαρτί
-το τελευταίο φόβητρό της να εξαντλήσει-
Το μυστικό της σαν νεράκι θα κυλήσει
-καράβι χάρτινο που άντεξε κουρσάρους-πειρατές μαζί-
Για να χαρεί λίγο η αφή κι ό,τι δεν ξόδεψε μας ζει
Με μία νίκη ολόχρυση να μας παραπλανήσει
Σφίγγοντας βράγχια με θηλιές
και αμνηστεύοντας ανάσες-αναστήματα
Σε χίλιες αστραπές κρυφές, τα θελκτικά της βήματα
Σ’έναν καιρό, σ’έναν τροχό θα τα ξαναγυρίσει
Με μια μυλόπετρα στεγνή που τρίβει αδήριτη πληγή
Ακόνισε λέξη διττή,του τάφου ασπίδα, θολωτή φραγή
Στο άσπρο σύμπαν του χαρτιού πριν ακουμπήσει
μέλος που έχει οδηγό έναν πανάρχαιο ουρανό
να μας χαρίσει…
Κι άλλο αυτό που θέλει, άλλο μπορεί
Στην πιο απόκρημνη ρωγμή
Μ’αυτό το αίνιγμα νωπό να μας ραντίσει
Κι ενώ με γρίφους πιο πολύ παραπατώντας στην αφή
-αναπαριστάται θαμπά η λευκή μαγεία
Απεκδυόμενη την ιερή ασυλία-
Από χαρτί σ’άλλο λευκό να μας περάσει
Το άδειασμα άγριων φαλλών
Σώμα που εμβόλιμο άλλο σώμα θα ταράσσει
Στην εντροπία ομφαλών και οφειλών…
όπου ξεχνιούνται οι γραφές,-αφές μένουν
εκεί όπου το απόρρητο μπορεί σώμα δεινό
απ΄το απόλυτο πιο απόλυτο να φτιάξει
κι αφή γραφή αέναα πάντα θα υφαίνουν.


από το "το έλαττον της αθανασίας"