Πέμπτη, 10 Απριλίου 2008

Η Ροζ Βασίλισσα και το Λάθος

Νίκος Εγγονόπουλος-Αρραβώνας

Τελευταία φορά που πεθαίνω, είπε χαμηλόφωνα
Εστεμμένη – αν μπορούσα να δω – μια απαλή μάχη,
έναν τρυφερό πόλεμο.
Μετανάστευσα πολλές φορές. Άλλες με ελικόπτερο.
Άλλες με υπερωκεάνιο.

Είδα – όπου κι αν πήγα – άμπιεντ εγγραφές, βιομηχανίες τσίρκων.
Παντού, όλα έμοιαζαν. Όλα ίδια. Πρόσωπα και ιδέες.
Αυτοδύναμα άχρηστα. Ετερόφωτα. Βουτηγμένα στην παθογένεια.

Περιφερειακή η ζωή των άλλων.
Κεντρομόλος η δική μου.

Στις αγορές – αδόκιμη – φώτιζα τις εστίες της υπόδυσης.
Επίμονη ντίβα.

Περιηγήθηκα. Περιπλανήθηκα σε δικτυακούς τόπους.
Καλογυαλισμένα περίπτερα, Super City, «διαφωτισμός»,
Εντιτόριαλ, συμπυκνωμένες εκδοχές.

Περιπατητική εκεί όπου υπήρχε ανάγκη
Χάιδευα το φαράγγι του Βυρού, τη Φακίστρα, τον Αρμενιστή,
τη Ζαχλωρού, τις κορυφές του Ταΰγετου.
Ορκίστηκα στις οξιές και στο δειλινό του Νυμφαίου, να τα
χαϊδεύω όσο ζω.
Φίλησα στο στόμα τα δελφίνια της Κύθνου και τις
πευκοβελόνες της Πάρνηθας.
Στρογγυλές ανάσες εγκατέλειψα στο λεμονοδάσος του Πόρου.

Θροΐζει η αφή στα Αρμόλια…
Χαράζω μαζί με τη μέρα στη Νουβιακή έρημο.

Ίσως πεθάνω μια φορά ακόμα, στις γειτονιές των ψαράδων
ή στο θρόνο των δύο Γαιών.
Ή από το εκτυφλωτικό Βόρειο Σέλας
Στο Ομάν από ένα σκληρό καλοκαίρι,
από τη βαριά μυρωδιά του λιβανιού.

Αναίμακτα δε γίνεται ποτέ.

Τα περάσματά μου ήταν απώλειες για τους επαΐοντες.
Γειτνίασα μόνο με τον Αύγουστο
Έψαξα στους βυθούς μαργαριτάρια. Έσκαψα τους βυθούς.

Κατοίκησα σε αυτοκρατορικά κελιά
Διαθέσιμη στις διαθέσεις
Απορριπτική στις εξορύξεις
Εκμαιευτική στις κρυψίνοιες

Στη μέση έδεσα πορφύρα

(Παντού αιμοσταγής ο κόσμος,
παρά τα γοητευτικά ανάγλυφα…)

Στο άγονο λευκό έριξα μαύρη σπορία
και ανατολικά αστέρια.

Εθελόντρια στις ημερομηνίες των μισών φεγγαριών
που σηκώνονται αργά.

Για να γλιτώσω από εισβολείς, έφευγα κρυφά με τρεχαντήρια.

Πάλιωσα απ’ το φως του Αρχιπελάγους
Βυθίστηκα στη λίμνη Άβυθο
Είπα μυστικά στη σπηλιά της Δρογαράτης
Μύρισα τα’ αρώματα απ’ τα σουκς της Ταγγέρης

Ήμουν ελεύθερη

Ώσπου ένα ένοπλο κίνημα – το λάθος –
η επέλασή του, καθηλωτικός γρανίτης
ισοπέδωσε το βασίλειο της Ελευθερίας μου.

Ελέησόν με Κύριε

Έλιωσα κάτω από βαριές ερπύστριες

Περαίνω περιδεής
(Δεν πλαστογραφώ…)
Αφορούσα κανέναν;





από το "Οι Τρομπέτες του Οκτώβρη"