Τετάρτη, 2 Απριλίου 2008

ΑΙΘΗΡ:γιος του Ερέβους και της Νυκτός,αδελφός της Ημέρας...





great gig in the sky-pink floyd

Το βράδυ πέρασε κενό. Άδειο και το ξημέρωμα. Ένα κενό τεράστιο και σκούρο, που στα βαριά του χτυπήματα μπερδεύονταν πότε πότε και τα άλλα, του ρολογιού,του άμονιού,σαν χαλασμένοι,απορρυθμισμένοι,παράλληλοι μετρονόμοι…[…].Η ζωή του έτσι κι αλλιώς είχε τελειώσει, είχε συντελεστεί πολύ πριν χαθεί στα υγρά μπουντρούμια της απομόνωσης.
«Μια ποινή που αφαιρεί τη ζωή,παύει να είναι κοινωνικό,εγκόσμιο μέτρο και συνιστά αναπότρεπτη για την κοινωνική φύση του Δικαίου ανάμιξή του σε ξένο προς αυτό χώρο,συγκεκριμένα εμπλοκή του στο χώρο του μεταφυσικού ερωτήματος για το νόημα της ζωής και του θανάτου…».
Είμαι ακόμα εδώ, άβιος, προσπαθώντας αλλά αδυνατώντας να κρύψω το πένθος μου. Είμαι εδώ ν’αλλάζω τη σχέση μου με το Χρόνο. Με μια βαθύτερη δίψα ν’αποκαθηλωθώ από τις «σταυρώσεις», ν’αναστηθώ μέσα από τους θανάτους που έχω ζήσει,και νά,ο επόμενος εδώ μπροστά μου…σιωπηλός,κοφτός,γρήγορος,αθόρυβος,αναπόφευκτος…αείφορος…
Εγώ σιωπώντας όπως όλοι οι νεκροί…αγάλλομαι…Έγινα ένας γραφικός τρελός που φιλοσοφεί ακατάσχετα τις λίγες ώρες που του μένουν. Και λίγο πριν εξοντωθώ τελείως από της ίδιας μου της ελευθερίας το πικρό και οριστικό προνόμιο,λίγο πριν ενδώσω σ’ενός κόσμου ασύδοτου το μαύρο χάος,έμαθα πως αυτός ήταν ο διηνεκής προορισμός μου. Πάντα από τη δική του μοίρα ελκόμουν και δενόμουν μαζί της κι ας κόμπαζα για τον περιπλανώμενο μυστικισμό μου.
Η ιδιαίτερη συγχρονία μου με τον κόσμο των νεκρών,φαντάζει τώρα αβελτηρία. Διασκεδάζω με τη θλίψη μου και, τι άλλο μπορώ να κάνω από το να φαντάζομαι καθαρό και ψυχρό αέρα να διασχίζει την ψυχή μου,να περνά ακριβώς από το αιώνιο κέντρο της και να σαρώνει πλάνες κι εμμονές και να την καθαρίζει,να την ξαστερώνει,να τη μεταβολίζει…
Ο άνεμος,ο ουρανός ο δρόμος μου…
(όρθιος και παραπατώντας αργά ανάμεσα σε δεσμοφύλακες και το διοικητή της πτέρυγας Γ’ των φυλακών,με χειροπέδες στα χέρια, δεξιά κι αριστερά κελιά. Οι περισσότεροι κρέμονται απ’τα κάγκελα,προκειμένου ν’αποτυπώσουν,ίσως και «ν’απολαύσουν»,τις τελευταίες στιγμές της ζωής του. Ο ίδιος σκέφτεται καθώς βαδίζει σ’ένα κόσμο που θέλει ν’αφήσει πίσω,οδεύοντας προς την οριστική λύση του δράματός του,το θάνατο. […])
Όλοι φαίνονται γκρίζοι,πιο γκρίζοι κι απ’τις στολές που φορούν. Ακίνητοι με τα χέρια κρεμασμένα στα σίδερα σαν καρφωμένα. Σαν ξεχειλωμένα και καρφωμένα είναι και τα χείλια τους και κρέμονται προς τα κάτω μετρώντας την απόγνωση και την ανελευθερία που τη συνήθισαν τόσο που,αν τους την πάρεις,μπορεί να σε σκοτώσουν…Τόσο ακίνητοι! Σαν μαρμαρωμένοι βασιλιάδες μια πλάνης κι ενός βασιλείου σιωπής και αναξιοπρέπειας. Κοίτα τους! Ούτε τα βλέφαρά τους δεν ανοιγοκλείνουν, τόσο ασάλευτοι,σαν κάποιος να τους έραψε πρωί πρωί τα φρύδια σύρριζα στα βλέφαρα. Και τα μάτια τους τόσο ανοιχτά κι όμως τόσο κλειστά και κόκκινα σαν των βρικολάκων από την αιμοποσία,έτοιμα να στάξουν σταγόνες και μετά ποτάμια αίμα. Μοιάζουν περισσότερο ξεφλουδισμένοι κι από αυτούς τους άθλιους τοίχους που μετά βίας κρατούν στη ζωή τη ζωή τους…Ακόμα πιο ξεφλουδισμένοι σε κάθε μου αργό βήμα,σαν να τους λείπουν κομμάτια δέρματος,σάρκας,σε άλλους δόντια,σε άλλους μαλλιά,μάτια…
Και όλο αυτό το γκρίζο μαζεύεται,μαζεύεται,από τα χνώτα τους από την ψυχή τους,από τις πανοιμοιότυπες στολές τους και γίνεται μια μάζα μεγάλη και σκοτεινή,μια μαύρη σπηλιά,ένα τεράστιο στόμιο που ρουφάει τη συνείδηση,την αντίσταση,τους ήχους του ρολογιού,του αμονιού, όλα…και το κακό και το δαιμονισμένο και το ξερνά σαν φωτιά και σαν χιόνι μαζί-λιωμένο,ανακατεμένο με χώμα- και σαν χειρότερο κακό.Απ’όπου περνάω δε γυρίζω ξανά το βλέμμα μου πίσω. Μόνο που να,τα πρόσωπά τους τώρα μοιάζουν πιο σκούρα απ’ό,τι συνήθως. Περισσότερο μαύρα. Σαν να έχουν τρίψει σ’αυτά κάρβουνο. Νάρκες σ’έναν ξεχασμένο βυθό. Κρίμα που δεν καταφέραμε καμιά συνάφεια, καμιά συγγένεια, κάτι ελάχιστο να μοιραστούμε. Κρίμα που δεν καταφέραμε να ξυπνήσουμε μέσα μας κάτι άλλο…Δεν ξέρω,μια άλλη οντότητα ίσως, ελευθερωμένη,αδέσμευτη από τη βαριά κοινωνική μας μοίρα…Να ψελλίσουμε έστω,μια ασυλία στην ψυχή μας,να συλλαβίσουμε μια απόπειρα ηθικής αλληλεγγύης. Κρίμα που όσοι θα μείνουν και θα ρυθμίζουν όλα τούτα, θα τα ορίζουν ίδια από μια δήθεν αρχή όλα και θ’ανταλλάσσουν άλλοθι μεταξύ τους, μέσα σ’ένα ψευδαισθητικό και παραισθητικό και παρασιτικό χαρακτήρα ζωής και μιας αξιοπρέπειας που θα τους απομένει να «διεκπεραιώσουν»…
Ξέρω πότε αυτά τα πρόσωπα θ’αλλάξουν για λίγο και θα γίνουν φωτισμένα. Ξέρω πότε θ’απαλλαγούν από απειλητικούς ιλίγγους και από τα ρίγη αρχέγονων φόβων. Κάθε βράδυ Ανάστασης θα συμβαίνει αυτό! Κάθε ιερό κι αθώο βράδυ Ανάστασης. Ναι, αυτά τα βράδια αλήθεια θ’αλλάζουν για λίγο, όσο θα διαρκεί το «Χριστός Ανέστη» και θα χτυπούν δυνατά και χαρούμενα οι καμπάνες και θα σκάνε στον ουρανό πυροτεχνήματα…τότε τα πρόσωπά τους θα λάμπουν αγλαϊσμένα,θα γίνουν σχεδόν διάφανα από το φως…Και θα γελούν και θα γελούν,σαν μικρά παιδιά. Τα μάτια τους θα είναι πεντακάθαρα και ξαστερωμένα και θ’αστραποβολούν σαν να τα ξέπλυνε μόλις μια ανοιξιάτικη δυνατή μπόρα. Και τότε, θα γελούν ακόμα πιο δυνατά και θα μεταδίδουν αυτό το άδολο γέλιο σε όλους μας,θα φτάνει και ως εμένα,ως τη βαθιά σπηλιά του θανάτου μου και θα γελάμε όλοι μαζί με την πιο μεγάλη χαρά του κόσμου και την πιο αισιόδοξη ελπίδα,πως όλοι κάποτε «θ’αναστηθούμε»,πως όλοι κάποτε θα ζήσουμε ελεύθεροι,χωρίς δεσμά,φρικτούς ζυγούς και τυραννίες,που κρατούν την ψυχή και το μυαλό μας φυλακισμένα και δεν τ’αφήνουν να πετάξουν…Κι όλους θα μας ενώσει αυτό το «Χριστός Ανέστη»,όπου κι αν βρισκόμαστε, αειφανείς και αόρατους,στον ουρανό,στη γη ή μέσα στη γη,σαν σπίθα και φλόγα που θ’αναβλύσει από τον εσωτερικό ουρανό μας,αδέσμευτη,και θ’ανεβεί πιο ψηλά,πιο ψηλά,μέχρι που θα φτάσει σε κάποιο θεό που θα μπορεί να συγχωρεί κρίματα και αμαρτίες και εγκλήματα και μικρότητες και θα μας παραδίδει εξαγνισμένους και καθαρούς στον πιο παιδικό του παράδεισο…
(Οδηγείται στο θάλαμο εκτέλεσης αγχέμαχος…Τον ξαπλώνουν σ’ένα φορείο που βρίσκεται στο χώρο και οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι τον δένουν με δερμάτινα λουριά. Κατόπιν του περνούν δύο ορούς,έναν σε κάθε χέρι και τον συνδέουν με το μηχάνημα που κάνει το καρδιογράφημα. Οι υπάλληλοι περνούν πίσω από μια κουρτίνα,στο δικό τους θάλαμο. Εκεί βρίσκονται οι οροί με τα σωληνάκια που διασχίζουν την κουρτίνα και φτάνουν στις φλέβες του. Εκεί υπάρχει και το μηχάνημα που παρακολουθεί την καρδιακή του λειτουργία. Στον τοίχο κρέμεται ένα τηλέφωνο-βουβό-,για τις περιπτώσεις που η πολιτεία θ’αποφασίσει την τελευταία στιγμή να δώσει χάρη. Οι υπάλληλοι ρίχνουν κλεφτές ματιές προς το μέρος του. Την ίδια ώρα εκείνος έχει την ευκαιρία να κοιτάξει μέσα από ένα παράθυρο και να δει τους μάρτυρες της εκτέλεσής του. Ανάμεσά τους διακρίνει κάποιους συγγενείς της γυναίκας του-ο ίδιος την έχει σκοτώσει-,δημοσιογράφους,έναν ιερέα…Έχει το δικαίωμα να κάνει τις τελευταίες του σκέψεις, να πει τα τελευταία του λόγια. Από την άλλη πλευρά της κουρτίνας οι υπάλληλοι-εκτελεστές παίρνουν στα χέρια τους τις σύριγγες και ένας ένας ρίχνουν το περιεχόμενό τους στον ορό του. Κανείς τους δεν ξέρει τι περιέχει η σύριγγά του. Κανείς δεν ξέρει ποιος έκανε τη θανατηφόρο ένεση….Η πρώτη ένεση περιέχει αναισθητικό(νατριούχος θειοπεντάλη) που τον ναρκώνει. Πρόκειται για βαρβιτουρικό που προκαλεί γενική αναισθησία. Μετά τη χορήγησή του δε νιώθει τίποτα(το μυαλό του ακατάπτωτο όμως σκέφτεται, αντιστέκεται,επιμένει,οδηγεί το βλέμμα με το νου,δεν αισθάνεται ολόκληρη την ανάσα του,μια ομιχλώδης αλληλουχία πένθιμων ήχων-καμπάνες,παλμοί,αμόνι,ρολόι-η μνήμη του λιγοστεύει,είναι ρηχή σαν ξέρα σε νερά ,ωστόσο συμπαρασύρει ένα ποτάμι από τα φρικτά γεγονότα της ζωής του,όλο και πιο προσωρινός…-βρίσκεται σε αιωρόπτερο τώρα και διασχίζει τις οροσειρές των Ιμαλαίων- τα κουρασμένα του ιδανικά διαθέτουν ακόμα εστίες αντίστασης…).Η δόση είναι τόσο μεγάλη που συχνά αυτός είναι ο θανατηφόρος παράγοντας. Έπειτα ο ορός καθαρίζεται με ουδέτερο διάλυμα και προστίθεται η επόμενη ουσία,ένα πανίσχυρο μυοχαλαρωτικό. Η δόση που χορηγείται σταματά τη λειτουργία του διαφράγματος και των πλευρών…
Παύει ν’αναπνέει…Ο ορός καθαρίζεται πάλι και προστίθεται η τελευταία ουσία,χλωριούχο ποτάσιο,που διακόπτει τη λειτουργία της καρδιάς. Από την άλλη πλευρά του παραβάν το μηχάνημα δείχνει μια επίπεδη γραμμή. Έχει πεθάνει. Οι μάρτυρες αναπνέουν με ανακούφιση.
Το πτώμα του μπαίνει σε μια σακούλα και δίνεται στους συγγενείς. Ο θάλαμος καθαρίζεται και απολυμαίνεται για να είναι έτοιμος για τον επόμενο. Εδώ,στο θέατρο αυτής της αποκρουστικής τελετουργίας ο κατάδικος με τον αριθμό 415640 έχει τελειώσει…)

διασκευασμένος μονόλογος από το θεατρικό μου μονόπρακτο "In dubio pro reo"(εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου)