Παρασκευή, 4 Απριλίου 2008

Γυμνάσματα Σκοταδιού(1ο μέρος)









ΕΠΩΑΣΕΙΣ

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΝ Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗ

Θάψε γρήγορα…κανείς μη μας δει
Σκοτάδι είναι αλλά τρέχει κι αυτό
σύννεφο γρήγορο,
Ένας αδέσποτος νυχτερινός αέρας το σπρώχνει
Θάψε στο σκοτάδι, στις γωνιές του, όπου μπορείς…
Είναι δύσκολο να το διαρρήξουν αυτοί
Και να βρουν τι έθαβες εκεί τόσα χρόνια
-φόβους, ίσκιους, πλάνες, όνειρα, αισθήματα,
Αυθαίρετο ουρανό, φεγγάρια εκτός σχεδίου, χίμαιρες και χειμάρρους,
Την ποίηση την ανεικόνητη, κόκαλα θρυμματισμένα από χεράκια παιδιών,
Σημαίες, ζεστά καλοκαίρια, φωτιές,
τη λήθη, το πεπρωμένο, την έκνομη ελευθερία σου,
Μέταλλα πυρωμένα, βλέμματα ελαφιών, συμπλέγματα της Μήδειας,
Τις «τραγωδίες», τη δική σου ιστορική μνήμη, τους δορυφόρους,
τα αστρόπλοια, τις αυτοσχέδιες αναπνοές σου…-

Και μετά, όταν θα’ρθουν οι ζηλωτές της διαύγειας και
Θα σου ζητούν εξηγήσεις, σκάβε το σκοτάδι σου και ξέθαβε…
Θα χρειαστεί ν’απολογηθείς
Τους νοιάζει που έθαψες, όχι που προφύλαξες…
Δεν ξέρω, δεν ήθελες να δώσεις εξηγήσεις…
Ήθελες-πόσο ήθελες!-να τ’αφήσεις εκεί στην
Αγαθοεργία του σκοταδιού να επωάσουν
Κι άλλα ανώνυμα και αγαθοποιά ρεύματα ποίησης.
Να τα ανακαλείς κατά τη δική σου αγάπη και συντριβή.

Μα τώρα σκάβε και ξέθαβε,
Τα θέλουν όλα στο «φως»…-έτσι λένε-
Όχι στο φως το φυσικό, αυτό το τρέμουν περισσότερο απ’το σκοτάδι,
Στο άλλο φως, το τεχνητό, το κατασκευασμένο
Το αιμοδιψασμένο για ισορροπίες, και αφορισμούς
-ιεροφάντες της ρητορίας, λυσσασμένοι ιεροεξεταστές-
Θέλουν, με τον ξηρότερο, τον πιο άνυδρο τρόπο
Να τους τα πεις, να τους ομολογήσεις,
Την ανίερη πράξη σου, της ταφής,
Όπως ο καταδικασμένος να αντιδράσεις
Από την αρχή σε όρισαν κατάδικο…
Να βάλεις υποθήκες με ευκρίνεια και σαφήνεια
Με τη μέγιστη καθαρότητα,
Να διατυπώσεις ακριβώς τις συμπεριφορές των στίχων σου,
Ν’αποκαλύψεις-δίχως να τους κουράσεις- όλα τα μυστήρια της ζωής σου
Λυμένα και άλυτα-κυρίως τα άλυτα που σε κρατάνε στη ζωή και στην Τέχνη-
Να τα θυσιάσεις-σπονδές αγέρωχες- στα θυσιαστήρια της αποσβολωμένης απραγίας τους…
Δεν εννοούν την ευκινησία των ψιθύρων σου
Ξέθαβε εσύ…
Εκείνοι στέκονται πίσω σου με φακούς στα τρεμουλιαστά χέρια τους
Σοβαροί κι αδιάφοροι
Για όσα ξεθάβεις…
Για όσα διά γραφής και διά ζώσης πίστεψες αληθινά και ουρανικά…
Για όσα ψέλισσες μυστικά στο μαύρο πηγάδι του σκοταδιού σου
Στο μαύρο κήπο των ηδονών σου
Για όσα χάραξες στο φλοιό της μαύρης ελάτης σου…
Και γονιμοποιούσαν τις σπίθες σου
Έθρεφαν τις φλόγες σου
Παραδίδοντάς σε σε μύθο απελπισμένο,οδυνηρό
αγωνιώδη μα παντοτινό…

Ξέθαβε τώρα,
Το μαρασμό…
Τις ρυτίδες σου που τόσο μισούσες…
Όλη τη μνήμη που σε πλήγωνε
Τη φθορά που δεν ήθελες για καθρέφτη σου,
Τις περιπλανήσεις σου στην Κορνίς,
Στο βραδινό σου καζίνο,
Με τα χέρια στις τσέπες του αοράτου κινδύνου σου
Τ’ανολοκλήρωτα καλοκαίρια στα κοιμητήρια…
Σου ζητούν να τα πεις με λόγια απλά, ξεκάθαρα,
Στρογγυλά σαν κύκλους-το φαύλο δεν τους απασχολεί-
Χωρίς ποιητικές περιστροφές και αποστροφές
Δε χωρεί παρανόηση εδώ
Δεν το βλέπεις αγαπημένε…
Θέλουν τα λόγια του αφρού.



από τις "κηδείες"