Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2008

IGGY POP-CANDY



To συγκεκριμένο ποίημα έχει αναρτηθεί ξανά στο παρελθόν,αλλά για κάποιον πολύ ειδικό λόγο έπρεπε να το αναρτήσω και σήμερα...

«ΈΣΩ ΦΡΕΝΩΝ»

Μ’ εξαντλήσαν βίαιες κορυφές
με πυρώσαν μάτια και προφάσεις.
Ίσως περίμενα από μένα αντιστάσεις
ακίνδυνων ερώτων κομίζω τις διαστάσεις, τις κρυφές.
Κορώνα γράμματα το παίζω το εγώ μου
δε μ’ ενδιαφέρει αν μείνω μόνη με τον άλλο εαυτό μου.
Προς το παρόν γλιστράω στην κούπα με το σκούρο υγρό,
στης καφεΐνης το τέλμα, επενδύω έναν Αύγουστο.
Λέω καλημέρα –ανυπόστατη φήμη-
Ή ελέγχεται…
Έχω ξεμάθει στα μικρά, φτηνά τεχνάσματα.
Παίρνω στη χούφτα μου μια σκέψη της οδύνης
Φυσάω πάνω της μια ανάσα ανακωχής.
Μα εκείνο που είχα πιο παλιά πιστέψει
Μοιάζει μ’ ενθύμημα λέξης φρικτής.
-Πλαστή ή ιδεώδης αμηχανία η ανεμοζάλη-
Γι’ αυτή τη ζάλη θα ρίχνω τα ζάρια
-στους θεούς μπροστά των δυσμικών χρωμάτων-
γι’ αυτό το αίμα που τρέχει τυφλά.
Κάποιος μου φύσηξε νύχτες στα μάτια
Κι άρχισε άξαφνα να βρέχει μαύρα κύματα.
Άλλαξαν πρόθεση τα μονοπάτια
Λιώσαν κομμάτια οι καλές χαρές,
οι βροχές, οι μπόρες
με μίσησαν.
Ούτε κι εγώ τις ήθελα ποτέ.
Χνώτιζα βλέμματα, άνοιγα πόνους,
δειγμάτιζα πόρους,
έλυνα κόμπους.
Γυάλιζα πίκρες, τις πιο οδυνηρές.
Μετά περνούσα τους δύσβατους όρους
-άνευ όρων-
και πυρπολούσα χαμένες φωνές.
Χτυπούσα πέτρες. Έβριζα πέτρες. Έκοβα πέτρες.
Θυσίασα. Αξίωσα τη θάλασσα.
Η θάλασσα σκοτώθηκε…
Την ονειρεύτηκα. Τη φοβήθηκα.
Η θάλασσα σκοτώθηκε από βαριά πυξίδα.
Μισή αλήθεια στο κενό, μισή στην Ατλαντίδα.
Τρέχω στην άλλη θάλασσα, στου σύμπαντος το χείλος
εκεί κάπου ανάμεσα ξεκουράζεται ο Νείλος.
Είναι ένα νέο σωστικό αυτό που θα σου φέρω
κι όχι ένα πείραμα φτηνό.
-Διώξε με-
-Αγνόησέ με-
Κομμάτια, συντρίμμια και απόσταση, ρίξε ανάμεσά μας.
Ανάμεσα στα μάτια μου.
Ανάμεσα στα σφυρίγματά σου άνεμε…
Σπρώχνω κι εγώ μέσα σου όλη μου τη ζωή.
Αν έχω. Αν είχα.
Φτιάχνω πάλι εικόνες.
Σκαρώνω νέους ήρωες. Όλο αδικώ κάποιους παλιούς.
Μέρες ασήμαντες. Νύχτες ακύμαντες. Συνήθειες.
Απ’ του παλιού του εκκρεμούς το ρυθμό
Κλέβω ιδέες, όταν βγαίνει ο κούκος στο μπαλκονάκι
-πάντα τον ζήλευα εκείνον που μπορούσε μόνος του
να φέρνει μια Άνοιξη-
Πάνω σε άρμα τέθριππο, στολισμένο λύπες…
Πίσω του σέρνει δυο αγρίμια του δήμιου έρωτα.
Κραυγάζει. Είμαι εδώ.
Δεν είμαι μέρος της φωνής. Είμαι το όλο.
Ακύρωση. –Συμπλήρωση.
Είμαι ασφάλεια παρωχημένη.
Παραπλανήσεις –Να μου θυμίσεις να σου φιμώσω τα δυο σου μάτια.
Ψέματα λένε. Έχουνε πει.
Εγώ εδώ. Στα σκαλοπάτια.
Αστέρια κόκκινα. Πυκνή σιωπή.
(Να! σε μια άλλη φωτογραφία, πιο απεγνωσμένη.
Κίτρο γλυκό –αρμπαρόριζα, νερό πικρό).
Σ’ ό,τι αγαπάς, σ’ ό,τι σ’ αρέσει, σ’ ό,τι σου μένει
να είμαι εγώ…
Είμαι κι εγώ;
Να είμαι… Εγώ. Ο κυνισμός σου κάποτε μ’ είχε χωρέσει.
Η αδυσώπητη φυγή μου, η πιο τίμια απ’ όλες.
Κηφήνες είναι οι μνήμες.
Κηφήνες σε αγέλες.
(Ή αγέλαστος μνήμη…)
Να! πάλι εδώ, να τρώμε καραμέλες
κι αυτή η φωτογραφία, αντιστοιχία,
σ’ ενός παλιότερου – παράφορου φιλιού μας
τις κυψέλες).
Ο αριθμός, το δώδεκα. Αυτός ο αριθμός ηχεί σαν δέσμη
χτυπημάτων από νεκρώσιμες καμπάνες.
Δώδεκα οραμάτων.
Κι οι πληγές εφτά.
Μεσάνυχτα, στη δύση των θαυμάτων, αυλές κι οι άγγελοι –
οι εραστές των άοπλων ή αφοπλισμένων κοριτσιών –
φονικά στέλνουν στις κοιλάδες τους.
Στις Κυκλάδες…
Πέφτουν απρόοπτα μετέωρα.
Στο Βόλακα είμαστε ή στην Καλαμπάκα;
Παγανιστικά σύμβολα
Πεταλούδες βγαίνουν χορεύοντας απ’ τα μαλλιά σου.
Πλειστόκαινος διάπλασις η ρωπική σου σκέψη.
(Ρωπογραφία κι αυτή η φωτογραφία).
Πορνογραφία. Σεμνή. Αγία.
Κι αυτό το βέλος στην κορυφή του πιάνου,
δοξάρι που κρατάει τα ηνία των πλήκτρων.
Α! στο πλεμάτι αυτό του κόσμου,
φάνηκαν άδολα ιστία.
Κι η ρέα τίναξε το κεφάλι, βγαίνοντας απ’ την τρύπα της
ερήμου.
Σκόνη κι άπλετο φως.
Η ρέα φίλησε το ράχος που κείτονταν κατάμονο κι ένιωθε
εγκατάλειψη.
Μόνο του εγκαταλείφθηκε.
Κι ήταν μόνο και δειλό ως το φιλί. Έτσι μόνο του και δειλό.
Στεγανό. Αλλά τώρα είναι ο κόσμος.
Και το νερό πέφτει ακόμα στις ήδη πλατιές θάλασσες και
τις διαστέλλει. Κι άλλο.
Ανανεώνει τις λίμνες μες στα στόματα που αρθρώνουν
στάσιμα ψέματα.
Υπερχειλίζει τα ποτάμια.
Κι εμένα με κάνει πιο πλατιά. Καλύτερη. Στο φως διάφανη.
Ω! το καλό νερό καθώς μ’ αναρριπίσματα πυκνά με
μαστιγώνει, μ’ εξαγνίζει αποθεωτικά και με στέλνει
να ταξιδέψω στα βαθιά. Κοφτεροί βράχοι.
Πνίγομαι ενώ σε μισώ καλύτερα.
Στο καλό να πας, να πάω.
Στο καλό ν’ απολεστώ.

από το "Οι Τρομπέτες του Οκτώβρη"