Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2008

αλχημικά όνειρα

Κάποτε είχε γεννηθεί ένα όνειρο
Τώρα πιο απωθημένο δεν υπάρχει
Ήταν κάπως σαν τσιγάρο αναμμένο
Ήταν κάπως σαν φουγάρο καπνισμένο...
Καιγόταν λίγο λίγο...
Ποιος να ρούφηξε τον καπνό του
Κι έφυγε στο άλογό του?

Φαντάζομαι πως όλο και κάποιος
Θα ξυπνάει πάνω σε πελάγη και νέφη...
Και κάποιος άλλος θα κοιμάται σε πάτωμα
Και μόλις σηκώνεται θα έχει «ανθίσει» στην πλάτη του
Μια πυραμίδα από ανάγλυφες και γυαλιστερές φράουλες

Ήξερα τις σιωπές, τις διάβαζα
Πια τώρα ούτε αυτές υπάρχουν
Μόνο σχηματισμοί νερών και πουλιών,
Συναστρίες αδύναμων αγγέλων,
Που προσποιούνται θαύματα

Αυτό είναι ακόμα κάτι που δύναται να υπαινιχθεί μια ανάγνωση...

Κι αυτό που με κυβερνούσε ως τώρα ήταν η επιμονή μου στις αναγνώσεις
Με συντηρούσε
Η εμμονή μου στις αναγνώσεις
Και με στήριζαν ερμηνείες δύστροπες
Κι ενώ μπορούσα να φτιάξω τέρατα, να αναγνώσω φαντάσματα,
Να διαγνώσω σκιές και δράκους,
Μιας λησμοσύνης η κρυστάλλινη σφαίρα,
Με κατάντησε ανίδεο, ασφαλή και σίγουρο παρατηρητή
Καθοδηγητή των τυφλών ονείρων

Προφταίνω λίγο για να δω,
Ποιος πόλεμος θα με στήσει
Σ’ έναν τοίχο ολόμαυρο
Εκεί να χάσω την ανάσα
Τον μοναδικό όρο της ζωής...

Βέλη πυρακτωμένα και κισσοί ασφυκτικοί ολόγυρα
Και τρεις χελώνες κολυμπούν
Και μεταξύ τους παίζουν με βότσαλα

Η φωτιά με ξεσήκωσε να δω πιο πέρα,
Μια φοινικιά
Που έπαιρνε αέρα...
Κι ένα τσιγάρο πιο βαρύ από τα συνηθισμένα
Έφτυσα μέσα στο τζάκι
Από την καύτρα του άναψε ένα καζάνι με οξιές
Κι ένα άρωμα παράδοξο με τύλιξε
Σαν χαραυγή άγριου χειμώνα

Έφτασα
Παραδίνομαι στο πιο ρευστό τέρμα
Μια μελωδία παραμιλά
Σύρριζα στο δέρμα

Την ώρα αυτή, στο σπίτι μπήκε ένα πουλί
Που τραγουδούσε επιστροφή
Πριν ήταν σε μιας καλαμιάς την ακμή
Μόνο
Τα ψάρια όλα χορεύανε μες στη διάφανη γυάλα
Τα πορτοκάλια μυροβολούσαν παρακάλια
Και το πουλί στεκότανε ορφανό πάνω σ’ένα κλωνάρι
-πεύκου-,
Που συγκρατούσε μόνο ένα κουκουνάρι
Το κέλυφος λειψό, ξεστεριωμένο
Άρχισε το πουλί δειλά να το τσιμπάει
Λίγο απ’ τη φλούδα του πορτοκαλιού
Λίγο απ’ το κουκουνάρι
Πικρό γλυκό, εναλλαγή
Σαν αγίου συναξάρι...
Σηκώθηκα πολύ αργά απ’ το πάτωμα
Νερό για να του βάλω
Να ξεδιψά τις ρίμες που τραγουδά αιώνια
Κι όπως το ξεπροβόδιζα στα κρεμαστά μπαλκόνια
Σαν επισκέπτη μιας χαράς, που χρόνια
Αδημονούσα να μ’ εκπλήξει
Εκεί, λίγο πιο έξω απ’ το παράθυρο,
Συνάντησε μια φώκια
Πιαστήκανε φτερό φτερό,
Ανιχνεύοντας μ’ αυτή, την παράξενη αφή
Του ουρανού το ατέλειωτο τέμενος

Εδώ κάηκε τ’ όνειρο
Πιο πριν και πιο μετά
Δεν μπόρεσα να δω
Το παραπέρα ήταν άγραφο ακόμα
Ή θα το έγραφα εγώ στο στερέωμα...



από τη συλλογή μου "το ράμφος"