Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2008

ΚΩΣΤΗΣ ΓΚΙΜΟΣΟΥΛΗΣ




ΜΑΥΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣ-ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

Βρέχει...

όλη μέρα βρέχει
γλιστράν τακούνια
λάστιχα γυαλίζουν
κίτρινα ταξί μέσα στα νερά

τώρα είναι νύχτα αργά
κι ακόμα βρέχει
ξέπλυνε τα πάντα




μόνο το δικό μου το κεφάλι
είναι μια κόκκινη σταγόνα
κρεμασμένη απ' το ταβάνι
που δε γίνεται βροχή ποτέ



...χρόνια θα πρέπει να περπατούσα











μέσα στη βροχή

γιατί το πρόσωπό μου

είχε αρχίσει να σκουριάζει...





ΩΡΑΙΟ ΜΟΥ ΠΛΥΝΤΗΡΙΟ

μου αρέσει να βλέπω

πανιά να κυματίζουν

σημαίες ή μπουγάδες

τις μπουγάδες περισσότερο

όπως τις έπαιρνε ελεύθερα ο αέρας

σε αυλές και σε ταράτσες

μέσα στο άσπρο φως

ο ένας έδειχνε στον άλλο

τα εσώρουχα της ζωής του

ενώ τώρα όλοι

πλένονται και στεγνώνουν

κλειστοφοβικά

μέσα σε υστερικά πλυντήρια-κύκλωπες

που πίνουν τα νερά στα μουλωχτά

και τρέμουν σύγκορμα

μέσα στη νύχτα.


ο κυριότερος λόγος που οι άνθρωποι

δεν κόβουν το τσιγάρο

είναι οι αποφάσεις που

αν το κόψουν

δεν θα μπορέσουν πλέον ν'αναβάλλουν...





Η ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΕΝΩΝ






γεννήθηκα ένα τετράγωνο πίσω από την κόλαση


άγγελοι βασάνιζαν σκυλιά


γάτοι σοδόμιζαν παπάδες


γριές μοτοσικλέτες


εκτοξεύονταν στους ουρανούς


με φαλακρά μωρά για αναβάτες


από τη γειτονιά μας δε φαινόταν η Ακρόπολη


κι έτσι οι μανάδες μας τις νύχτες


όταν είχαν οργασμό στο διπλανό δωμάτιο


έβγαζαν κάτι ασυγκράτητες κραυγές


λες και τις διέσχιζε φλεγόμενο τρένο


όπως καταλαβαίνετε


είχαμε όλες τις προϋποθέσεις


οι φίλοι μου κι εγώ


να γίνουμε η τέλεια συμμορία...





Όταν λέω ψέματα

ανάβει μια φωτεινή επιγραφή στο μέτωπό μου:

παρακαλώ προσδεθείτε και μην καπνίζετε

γιατί λέω ψέματα





ΑΣΠΡΗ ΟΠΩΣ Η ΠΑΤΡΑ

Αν ο περισσότερος κόσμος


έχει δυο μεγάλες πέτρες για μάτια


εσύ τις έτριψες


τις έκανες σκόνη


και είδες


πίσω απ'τον τρόμο αυτών που είδες


υπάρχει ένας μακρύς φθινοπωρινός κήπος


με υγρές προσευχές


φωτιές που ανάβουν ψηλά


και γυναίκες με τα χέρια στη μέση


που ακούν το άλογο να περνάει.





ΜΙΚΡΟ ΑΦΡΙΣΜΕΝΟ ΑΣΤΡΟ




σε πίστεψα Χριστέ

τους αστραγάλους

τους λεπτούς καρπούς

τα μακριά μαλλιά σου

τις νύχτες πριν ξαπλώσω

όταν ήμουνα παιδί

γονάτιζα και δενόμουν πάνω σου

με προσευχές

με όνειρα και με λουλούδια

και πίστεψα ότι η σχέση μας αυτή

Χριστέ θα βαστούσε μια ζωή

σαν μικρό αφρισμένο άστρο

σαν κοινό μας μυστικό

όπως μια μικρή άσπρη βάρκα

κάτω απ'τα σκεπάσματα του χειμώνα

με μόνους επιβάτες

εσένα κι εμένα

ώσπου κατάλαβα

ναι τώρα το συνειδητοποιώ

ότι Χριστέ εσύ είμαι εγώ

κι εγώ εσύ

όταν είμαι σκατά

είσαι σκατά κι έσύ

ο εγωισμός μου πήγε να σε πνίξει

μια ξεδοντιασμένη γριά μέσα στ'αυτί μου

σταυροκοπιέται και μονολογεί

συνέχεια τ'όνομά σου

όσο όμως αντικρίζω κάθε νύχτα

εκεί ψηλά

εκείνο το μικρό αφρισμένο

άστρο

εσύ θα υπάρχεις.




μη φοβηθείς να παραδεχτείςπως είσαι τίποτα




ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ

Χαϊδεύεις τον αδέσποτο σκύλο

κι εκείνος σε ακολουθεί

στην αρχή διστακτικός

δεν είναι σίγουρος αν μπορεί

να σου έχει εμπιστοσύνη

γυρίζεις τον κοιτάς

κουνάει την ουρά

σε πλησιάζει

τρίβεται στο χέρι σου

όλο του αφήνεις ελπίδες

και υποσχέσεις

κι έτσι τρέχει λίγο πιο μπροστά

γράφει κύκλους γύρω σου

μέχρι την πόρτα σου

εκεί του ρίχνεις μια τελευταία ματιά

πριν ξεκλειδώσεις

κλείσεις πίσω σου την πόρτα

κι ανακαλύψεις

αν και προστατευμένος

μέσα στην ασφάλεια του σπιτιού σου

ο αδέσποτος ότι είσαι εσύ.




ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΦΕΓΓΑΡΙΑ

αυτό που σκέπαζε το χθες

ήταν μια βαριά κουβέρτα

γεμάτη από κάτω με αστέρια

τώρα η κουβέρτα τρύπησε

τόπους τόπους την έφαγε ο σκόρος

από τις τρύπες

καινούρια αστέρια

απλώνω το χέρι μου

πιάνω ένα

θέλω να στο προσφέρω

να ζήσω κοντά σου

χωρίς ένα θα

σε χρόνο μέλλοντα ποτέ

ούτε κι αόριστο

μην περιμένεις

έρχομαι ΤΩΡΑ.




Η ΟΔΟΝΤΟΓΛΥΦΙΔΑ


Σε μια οδοντογλυφίδα

στηρίζεται ο κόσμος και

όλοι εμείς

με το κόκκινο σύννεφο στο κεφάλι

αφήνοντας το φόβο μας ελέυθερο

να μας δαγκώνει

τρώμε

βλέπουμε τηλεόραση

κοιμόμαστε

ανίκανοι ν'αντιδράσουμε

σπρωγμένοι

ο ένας πάνω στον άλλο

κι όλοι μαζί στα κάγκελα

μιας ανύπαρκτης διαφυγής

γίναμε πολλοί

πάρα πολλοί σαν τα ποντίκια

ή τις κατσαρίδες


μόνο που οι κατσαρίδες θ'αντέξουν

ενώ εμείς

το μόνο που μπορούμε

είναι να κρεμόμαστε

από ένα στόμα

από ένα χέρι

από ένα ξένο μέλος

από ένα "ναι" ή ένα "όχι"

από τα μαλλιά μας τελικά όπως ο πνιγμένος

και να πηδιόμαστε

-κυριολεκτικά και μεταφορικά

ο ένας πηδάει τον άλλον-

μέχρι πτώσεως τελικής

κλείνω τα μάτια

κλείνω με τις παλάμες μου

τ'αυτιά μου

διώχνω μακριά τις σκέψεις

και βρίσκομαι στην Αλεξανδρούπολη

ο ουρανός είναι υγρός

η θάλασσα βατή

κι ανάμεσα ξένος εγώ

μια τεντωμένη κλωστή στον ορίζοντα

από εδώ ως εκεί

μια βάρκα ανοίγεται

στα βαθιά μπροστά μου

ακούω το μακρινό "ταπ-ταπ" της μηχανής

έχει δυο σκιές μέσα

η μια κάθεται πίσω

στο τιμόνι

κι όπως σουρουπώνει

ο κόσμος γίνεται βαρύτερος

ασήκωτος

κι η οδοντογλυφίδα που τον στηρίζει

λυγίζει

η μυτερή της άκρη

μπήγεται στην καρδιά μου

πληγώνει την αγάπη μου

και την ξυπνάει.





θα πάρεις τηλέφωνο?θα'ρθείς?

πού είσαι?με ποιον μιλάς?

πώς είναι δυνατόν να κυκλοφορεί

έξω από μένα η εικόνα σου?








ΟΙ ΑΛΛΟΙ...

πάνω σε μια σκέψη του Γιώργου Χειμωνά


από αυτούς που μας αγαπάνε κινδυνεύουμε περισσότερο

γινόμαστε δέσμιοί τους

σχηματίζουν ερήμην μας ένα πρόσωπο για μας

κι εμείς που έτσι κι αλλιώς αγνοούμε το πρόσωπό μας

εξαρτιόμαστε απ'αυτούς τους ανθρώπους,τους έχουμε ανάγκη


ζούμε στο έλεός τους,τους ικετεύουμε να έρθουν και να μη μας εγκαταλείψουν ποτέ


τουλάχιστον εκείνοι πρώτοι


διατηρούμε για τον εαυτό μας το προνόμιο να τους ανατινάζουμε


για να δούμε πόσο θα διαρκέσει η λάμψη τους


για μεγαλύτερη σιγουριά,τους εκτελούμε στο τέλος


τους εξοντώνουμε,για να τους πενθούμε μια ολόκληρη ζωή...