Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2008

ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ (το τέλος...)


ΠΡΑΞΗ 3η «Ο ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΓΑΤΑΣ»

Η προσωπική μου υδρία έχει ξεχειλίσει από φαντάσματα, αράχνες, μυθοπλάσματα, νεράιδες, γοργόνες κι αλαφροΐσκιωτους. Δεν ήθελα να τα προδώσω βέβαια. Θηριώδη ρεύματα αλλόκοτων μύθων που κύλαγαν στο αίμα μου μαζί και ταυτόχρονα με τον παράδεισο μιας μόνο εποχής. Πορευόμουν με τη μυθολογία μου απλά, και την άνοιξη, επενδύοντας στο έλεός της, να με λυπηθεί, να με αφήσει, τουλάχιστον τώρα που σιγά σιγά δικαιώνεται.Όχι ότι περνούσα άσχημα μαζί της, παρά τα εξαιρετικά πολυάριθμα συμπλέγματά της. Ούτε αδημονούσα για την έγκριση κάποιου. Ούτε για την αθώωσή μου, την απενοχοποίησή μου. Περισσότερο αφοριστικές συντριβές αποζητούσα. Και ήθελα όλα αυτά να τα μοιραστώ όπως θα μου κάπνιζε. Να μην κρατήσω καμιά καβάντζα. Ήθελα να τιναχτώ, να σκορπιστώ ολοκαίνουρια και ολοκάθαρη στον αέρα. Να νιώσω καινούρια, αμιγή, υπερθετικά παραληρήματα, όχι απαραίτητα επίπονα. Έτσι γούσταρα! Να τραβηχτούν οι αισθήσεις μου, να γίνουν τόσο ελαστικές ώστε να μπορούν να τα χωρέσουν όλα. Κι εγώ να παραδοθώ ανάλγητα κι επίσημα σ’ αυτό.Ένα τέτοιο βράδυ ήταν απ’ αυτά των αϋπνιών μου που ήρθες απ’ το πουθενά και μιλάγαμε όπως παλιά, ως το πρωί. Με διαλόγους, με γέλια , με χαζά και σοβαρά. Μέχρι και τον πατέρα σου θυμηθήκαμε και την εμμονή του με τα U.F.O.
Μετά λίγες μέρες κι από καθαρή παρόρμηση σου έστειλα ένα κωδικοποιημένο μήνυμα με ψάρια, Ποσειδώνες και είναι βέβαιο πως ή δεν το κατάλαβες ή φοβήθηκες περισσότερο αυτή τη φορά. Δε θες παρτίδες μαζί μου, το ξεκαθάρισες.Κι ο φόβος σου εκεί. Κι όχι ο «φόβος των γενναίων...», μα ένας φόβος σταθερά αποχαυνωτικός. Κι εγώ κουράστηκα να δίνω ή να επινοώ νοήματα και σημασίες βαριές. Στις συμπτώσεις και στα τέρατα που μπορεί να γεννά και να εννοεί μόνο η δική μου φαντασία.Είναι Μάιος. Η νύχτα αφέγγαρη κι ολέθρια. Εγώ ανάμεσα σε πλημμυρίδα αρωμάτων, σε ορθοδοξίες που με κακομαθαίνουν όπως καλογυαλισμένα, αστραφτερά, διαχρονικά ξίφη, αυθάδη συναισθήματα, οφιοειδή παραμυθάκια και με μια τέρψη οκνηρότητας και ραθυμίας απολαμβάνω αυτό το «ανάμεσα».Μου ψιθύριζε μια μυστηριώδης αφή παραμύθια κι έσπρωχνε αργά τους λεπτοδείκτες με κόπο κι έβγαζε απ’ το ρολόι υποχωρήσεις, επιθέσεις, νευρασθενή πειράματα. Πόσο απατηλές είναι οι μονιμότητες! Ήθελα να γευτώ μια άφιξη καθαρτήρια, θεραπευτική, σωστική. Με πράξεις διαφάνειας. Απόλυτης αθωότητας. Με αγγέλους της θάλασσας και την αδιάπτωτη ψυχική τους διαθεσιμότητα. Αναζητούσα κάτι, τέλος πάντων, που δε θα λειτουργούσε ως απορριπτικό μόσχευμα για τό σαρκίο και το πνεύμα μου. Κάτι να με παρασύρει σε ξελόγιασμα. Γενικά, βρισκόμουν σε μια κατάσταση που αγωνιούσα ν’ αρνηθώ να βαδίσω τους δρόμους που χάραξαν οι μοίρες μου όταν γεννιόμουν. Να φορέσω φτερά. Να πετάξω ξανά.Απ’ την άλλη, ν’ αρνηθώ κλισέ και στερεότυπα και σικέ παιχνιδάκια και να παραδοθώ μεθυσμένη στον ίλιγγο της πρώτης κατηφόρας – ξεστρατίζοντας κατά συρροή, κακουργηματικά, με αλλεπάλληλα παραστρατήματα – κουτρουβαλώντας και να βυθιστώ σε ζεστούς αμμόλοφους κόλασης. Ν’ αρνηθώ ισορροπίες και ισορροπιστές, περιπτωσιολόγους και κεκτημένα γυαλιστερά λογάκια. Αδιαπραγμάτευτα.-Πάνω λοιπόν που έλεγα να βγω στις πολυπληθείς αγορές, να χαρίσω καινούρια παραμύθια, ήρθε ένα απόγευμα σαν το χθεσινό, σαν να ήταν το χθες, όλη η μέρα απόγευμα.Τεράστιο, υπερμεγέθες, αργόσυρτο σαν αστρίτης.Μου φάνηκε πως σε «βρήκα» για λίγο, ξανά. Κάπως έτσι σε βρίσκω πάντα, εδώ που τα λέμε. Ανάμεσα σε φίδια, δηλητήρια, σκορπιούς και άλλα, αμφίβολης προέλευσης και ποιότητας...
Ξαπλωμένη στο γρασίδι του κήπου, αγκαθωτό σαν φρεσκογεννημένη πευκοβελόνα και με το βλέμμα ελαφρά ανασηκωμένο, χωρίς τροχιά, στον ουρανό. Τα φύλλα της κερασιάς τραύλιζαν από πάνω μου μια άγνωστη συγχορδία.Συναθροίζονταν αργά, σαν σε κάποιο επίσημο ραντεβού, που απαιτούσε μια ομήγυρη μελαγχολική και διανοούμενη, νέφη λευκά και ασημένια. Σιγανά κι άλλα κι άλλα σύννεφα, σ’αυτό το βουβό πάρτυ. Φέρνουν μαζί τους σταγόνες με στρας, φόραγαν επίσημο ένδυμα. Άλλες σταγόνες ανάλαφρες, άλλες βαριές, σαν πούλιες κεντημένες στο σκούρο πανωφόρι τους. Αυτή τη στιγμή που ξέπνοα φεύγει το καλοκαίρι. Εφτά φορές έφυγε φέτος το καλοκαίρι από ’μένα. Κι εσύ που φεύγεις χρόνια τώρα. Κι εσύ που φεύγεις και τώρα, στο βάθος. Ανάμεσά τους διακρίνω ένα μικρό ξέφωτο. Γύρω του, διάσπαρτες λευκές, δαντελωτές ακρογιαλιές νεφών.
Κάπου αχνοφέγγει το προτελευταίο φως ενός ασθενικού ήλιου. Και το δικό σου. Ακριβώς εκεί, στο αιθέριο αυτό βάθος, κάποτε πετούσαμε μαζί. Θυμάσαι; Κάποτε εκεί ήταν το σπίτι μας. Πέρασα το δειλινό σ’ αυτό το «σπίτι» που είχαμε φτιάξει κάποτε οι δυό μας εκεί πάνω. Και κοίτα σύμπτωση! Ήσουν κι εσύ εκεί...
Ξαφνικά κανένας άλλος τόπος δε μου πήγαινε. Δε μου έκανε. Ούτε οι ερημωμένοι ανεμόμυλοι στις Κυκλάδες, ούτε οι πέτρινοι φάροι στο Ιόνιο. Θάμπωσαν τα μάτια μου και η Σμύρνη και η Έφεσσος και τα Πριγκηπονήσια, ο Μαρμαράς, ο Βόσπορος. Κρατώντας την ανάσα μου, τυλιγμένο, σφιχτοδεμένο νέφος γύρω απ’ το σώμα μου, προστατευτικά, αφού νησιά και βράχοι σαν ιπτάμενα σουγιαδάκια, κινούνται επικίνδυνα γύρω από ’μένα. Βρίσκομαι, πραγματικά, μαζί σου, σ’ αυτό το σπίτι των ανεμοδαρμένων νεφών. Παραζάλη. Μ’ αγκαλιάζεις όπως άλλοτε. Αφήνω μεθυσμένα φιλιά στο πρόσωπό σου. Σ’ ανασαίνω. Μ’ ανασταίνεις. Είσαι εδώ και είμαι εδώ. Τίποτ’ άλλο δε μετράει. Τίποτ’ άλλο δε θέλω. Τα μάτια σου πετούν μαύρες φωτιές. Καίνε το δέρμα μου τα μάτια σου. Εγώ, τρυφερή και κάθυγρη. Τόσο τυλιγμένα τα χέρια σου γύρω από το κορμί μου που ένιωσα δυσφορία μέσα σ’ αυτή την κυκλωτική ασφάλεια. Γιατί ποτέ δε σου τη ζήτησα. Ποτέ δεν ήταν αυτή, αυτό που ήθελα από ’σένα.
Γλιστράμε σε κόκκινο νερό. Ενσυνείδητο κι ανέλπιδο κόκκινο. Τόσο ώστε να δείχνει τρωτό κι ευάλωτο και καθόλου επιθετικό. Το κόκκινο της ασθένειας... Μια ευπάθεια του κόκκινου μισοσκόταδου.Το σώμα σου γλιστρά σαν παγωμένο, περσινό χιόνι. Υγρό κόκκινο. Διάστικτο. Αχνή μυρωδιά σαπουνιού. Σύννεφα απλωμένα πάνω μας. – Το σπίτι δεν έχει στέγη,είναι τρύπιο… Η αίσθηση είναι ότι βρισκόμαστε πάνω στα φτερά ενός τεράστιου γλάρου. Είμαστε εντελώς παραδομένοι στο έρεβος του κόκκινου χρόνου. Άναρχες σκέψεις και όνειρα. Ζωογόνα ένστικτα...
Αμήχανη κάθοδος των χειλιών σου στα γόνατά μου, στους αστραγάλους. Τα φιλάς μέρες. Τα φίλησες νύχτες. Τα χαϊδεύεις. Δε μιλάμε. Σημάδια που αφήνουν να φανούν παραμύθια και νέες πτήσεις σε αδιέξοδα. Συντηρώ ψευδαισθήσεις συμπιεσμένων βλεμμάτων. Όλες οι αισθήσεις μου κατειλημμένες. Ο ήλιος, αχνός χρυσορροεί. Αυλάκια κόκκινων ακτίνων. Ο αέρας βαρύς ανασαίνει. Ο ήλιος βγαίνει...
Ακουμπάς με τα χείλια σου το σφυγμό μου, μετρώντας έναν προς έναν τους ρυθμούς της ζωής μου.
Αγγίζω με τα χείλη μου το όνειρο, αυτό σπάει απαλά και μ’ αφήνει να μπω μέσα του. Στα πόδια μου τρίβεται όλο νάζι ένας λευκός γάτος. Το όνειρο ξανακλείνει το ίδιο αθόρυβα μ’ ένα δικό σου φιλί τώρα. Ύστερα το φιλί σου κόβει. Σαν αιχμηρό φτερό. Φοβάμαι μη μου σκίσει τον κόσμο του ονείρου. Δεν αποκαθίσταται τέτοια καταστροφή. Είναι απωθητική η προδοσία...Το σώμα μου είναι ακόμα ζεστό από την αφή σου. Αισθήματα μονοπωλιακά σ’ επικίνδυνες στροφές. Σε φέρνω μπροστά στα χείλια μου. Εκεί είναι πολύ πιο οδυνηρή η αγάπη μας. Στα χείλια. Στα φιλιά. Εκεί είναι η πιο εκρηκτική, πικρή γεύση της προδοσίας.
Η Μεσόγειος είναι η αόρατη κλωστή που θα μας ενώνει και θα μας δένει πάντα. Εσύ όμως έφερες και χιλιάδες άλλες θάλασσες μαζί σου. Κι αυτές στα χείλια τις είχες. Και προοιωνίζονταν το βραχύ σμίξιμό μας, για να τελεσιδικήσει αργότερα ο βαρύς χωρισμός μας. Βαθύχρωμες, οριστικές, τρικυμιώδεις. Για να εμποδίζουν το γυρισμό σου στα δικά μου χείλια. Να τον ματαιώνουν.
Στους μήνες που ακολούθησαν τον αλλόκοτο χωρισμό, εντρύφησα σε ανορθόδοξες μεθόδους, προκειμένου να σου προσάψω «τίτλους» και να σου αποδώσω χαρακτηριστικά κι ελαττώματα που, ενδεχομένως, και σε περίπτωση που συνυπήρχαμε ακόμη ως ζευγάρι, δε θα τολμούσα να διανοηθώ. Ήθελα όμως να τελειώνω μαζί σου. Έλεγα, για να το πιστέψω κι εγώ, πως δεν ήσουν δα και καμιά σχέση αναντικατάστατη, ανεπανάληπτη, αξεπέραστη. Κι αυτό ήταν όλο κι όλο που ήθελα. Πιο πολύ απ’ οτιδήποτε άλλο. Είχες αφήσει βέβαια στην καρδιά μου ένα σημαδάκι απ’ το φαρμακερό σου βέλος. Δεν μπορούσε να γίνει και διαφορετικά.
Εγώ περνούσα επίμονα, επίπονα από διάφορα στάδια, κατά τα οποία ήμουν κι ένιωθα, συνήθως, όχι εγώ.
Σαν να παρακολουθούσα ταινία σκηνοθετημένη από τον Νταλί, με ημίρευστες εικόνες και σκηνές ή σαν να επρόκειτο για δυο άλλους που χώρισαν. Άλλες φορές πάλι, ένιωθα να εισβάλω μες τη δική σου ζωή και στα όνειρά σου, και να περιφέρομαι σ’ αυτή και στα σκηνικά της, να παρεμβαίνω, ν’ αφομοιώνομαι, να πετάω κολυμπώντας στον αέρα σου, παντού, σαν το ψάρι στο Arizona Dream.Διάφορα θέματα «έπεσαν» μπροστά μου.
Όταν με είδαν ν’ ανεβαίνω τις σκάλες ως τον τέταρτο με τη θήκη του βιολιού και το σπιτάκι του γάτου αγκαλιά, ίσως σκέφτηκαν πως είμαι, ακόμα και διαστροφική. Ξέρω κι εγώ; Η ουσία είνια ότι το δωμάτιο που θέλω είναι διαθέσιμο και μου το έδωσαν. Γι’ αυτό και μόνο ήρθα ως εδώ. Εκεί το χρώμα της θάλασσας του καλοκαιρινού Αιγαίου το μεσημέρι, δηλαδή την ώρα ακριβώς που ο ήλιος το λούζει κάθετα κι επιθετικά.
Μόνο ένα διπλό, σιδερένιο, παμπάλαιο κρεβάτι στη μέση, μια σκαλιστή ντουλάπα, ζωγραφισμένη με γοργόνες στους ίδιους μπλε χρωματισμούς, έναν σκουριασμένο καθρέφτη, ένα κομοδίνο με λευκό μάρμαρο.
Δε μου χρειάζεται τίποτα απ’όλα αυτά. Μόνο το μεγάλο παράθυρο, για να κοιτάζω έξω, τη θάλασσα, τα βράχια, τον ορίζοντα από ψηλά. Βγάζω το βιολί και προσπαθώ ενστικτωδώς να παίξω κάτι. Να θυμηθώ οτιδήποτε. Τίποτα...Βγάζω και το γάτο μου από το σπιτάκι του. Μμμ... ωραία παρέα κι αυτός! Να μου λείπει τέτοιο κέφι...
Απλώνεται σε μια γωνιά και χουζουρεύει.
Περασμένο ή χαμένο απόγευμα. Έχει ακόμη ζέστη. Για δες! Φλέγεται κι ο Σεπτέμβρης. Η θερμοκρασία ίδια με του Αυγούστου. Δεν ανοίγω τον κλιματισμό. Ανοίγω το παράθυρο. Τραβάω στο πλάι τις βαριές, φθαρμένες κουρτίνες. Ακούγεται ο φλοίσβος των κυμάτων και με νανουρίζει. Βλέπω απέναντι, σ’ ένα βαρκάκι, έναν γλάρο που απεγνωσμένα προσπαθεί να συγκρατήσει στο ράμφος του ένα γλιστερό ψάρι. Ξαπλώνω για λίγο στο πάτωμα και ο ύπνος με παίρνει. Όσο είμαι παραδομένη σ’ αυτόν το βέβαιο λήθαργο, σε φάση rem, βλέπω το εξής :
Είμαι μόνη. Σε έρημο. Ξαφνικά σκάει μπροστά μου ένα πυροτέχνημα κι από μέσα του βγαίνει, ξετυλίγεται κι απλώνεται ένας δρόμος μακρύς, φωτισμένος ολόισιος. Το τέρμα του χάνεται στο βάθος, αθέατο.
Δεξιά κι αριστερά του επιγραφές με νέον: «Αναγωγή στη μονάδα», «Αφαιρέσεις», «Εξαιρέσεις», «Απλοποιήσεις», «Ελαχιστοποιήσεις». Σε κάποια σημεία της διαδρομής, ο δρόμος και το όνειρό μου είναι μαυρόασπρα, σε άλλα πάλι, περισσότερο από το κανονικό, πολύχρωμα. Προχωρώ στο βάθος του δρόμου. Από την αντίθετη κατεύθυνση βλέπω εσένα να έρχεσαι προς το μέρος μου, με αργό, σταθερό, κυνικό βηματισμό. Κρατάς ένα revolver. Με σημαδεύεις. Μου ρίχνεις σφαίρες. (Ανταποδίδω τα πυρά με βλέμματα). Bang-bang, διαρκώς. Δε φοβάμαι. Δεν αγωνιώ. Οι σφαίρες δεν με διαπερνούν, άρα δε με σκοτώνουν. «Με κάνουν πιο δυνατή»; Ίσως... Κύριε Νίτσε, για πείτε κι εσείς… Δεν θα το εξετάσουμε τώρα αυτό. «Εγώ ταξιδεύω το εγώ μου...». Σαν να είμαι προστατευμένη από αόρατο αλεξίσφαιρο. Εξακολουθώ να βαδίζω προς εσένα κι εσύ προς εμένα. Φτάνουμε πολύ κοντά. Ψιθυρίζεις μια πρωτόλεια και τρυφερή φράση στο αυτί μου. Δεν τη συγκρατώ. Μου δίνεις το χέρι σου. Σου δίνω το δικό μου. Το κρατάς σφιχτά. Κατόπιν με πιάνεις απ’ τη μέση κι αρχίζουμε να πετάμε. Προσγειωνόμαστε σ’ ένα παραδοσιακό καφενείο στο Κάι της Σμύρνης. Καθόμαστε πλάι πλάι. Μου δίνεις να πιω βυσσινάδα. Με φιλάς ανάμεσα στα μαλλιά. Μετά στο μέτωπο. Στα μάτια. Στα χείλια...
Το όνειρο τελειώνει. Ή μάλλον διακόπτεται εκεί. Βίαια.
Ο γάτος μου – διαισθητικός πάντα – κατάλαβε ότι πρωταγωνιστούσες σ’ ένα ακόμη δικό μου όνειρο, μου τραβάει επίμονα τα μαλλιά και ξυπνάω. Γιατί σε μισεί...
Κάθε φορά που ακούει τη φωνή σου ή σε νιώθει κοντά μου σαν απειλή, αντιδρά. Σαν εκφυλισμένος σκύλος. Δε νιαουρίζει. Γαυγίζει...
Με κοιτάζει επιθετικά, λες και φταίω εγώ που ακούγεται η φωνή σου στα ραδιόφωνα.
Τρελαίνεται. Παίρνει φόρα και πέφτει στις μπαλκονόπορτες. Κολάπσους. Το τρίχωμά του σηκώνεται. Μόνο βολβοστροφή δεν παθαίνει. Κι ενώ πιστεύω πως θα επιδοθεί σε τελετουργικό χαρακίρι, πέφτω εντελώς έξω γιατί τον καταβάλλει η προηγούμενη οργή και τώρα είνια τέλεια κοιμισμένος στα πόδια ου.
Έχει εκπαιδευτεί μόνο για επισκέψεις στον κτηνίατρο. Όχι και για σένα. Λυπάμαι.
Τα σημαντικότερα πράγματα, αγαπημένε μου, παραμένουν σημαντικά, είτε τα πεις απλά, είτε όχι. Τα σημαντικότερα των σημαντικών, δε γίνεται να ειπωθούν. Σιωπώντας μόνο τα λες. Όλα τα σπουδαία είνια σιωπηλά. Σιγανά. Εκτός ίσως από ένα. Κι αυτό το ξέρει κι ο γάτος...