Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2008

εκδίκηση σε τρεις πράξεις-πράξη 2η(3ο μέρος)




Μας έπιασε λύσσα. Γίναμε βουλιμικοί για παλιές βραδιές, παλιά καλοκαίρια και ρετρό τραγούδια και μελό του ’60 και καντάδες στην Πλάκα. Κατεβήκαμε στη γη και βολτάραμε ανάμεσα σε λευκά σπίτια που οι αυλές τους ευωδιάζουν γαζία και φρεσκοπλυμένα ασπρόρουχα.
Μεσημέρια, Κυριακές, ανοιχτά παράθυρα, μυροβόλες άνοιξες, ραδιοφωνάκια να παίζουν. Όλα σε έξαρση ετοιμότητας.
(Α-Ν-Ο-Ι-Ξ-Η: Τα γράμματά της έχουν μια θέρμη, μια τροπική ζεστασιά, μια γλυκιά ομορφιά. Ποιος το αρνείται αυτό; Κρύβουν μια αίθρια νύχτα. Μόνο το «ξι» είναι σκληρό, με συμπαγή αγκαθάκια...)
Ακριβώς σ’ αυτό το σημείο ξεκίνησαν και οι ιδιωτικές μου πτήσεις και καταδρομές. Ο δικός μου πόλεμος. Θύμωνα. Έβγαζα στο φως τα συγκρουόμενα παραενθύμια να χτυπηθώ μαζί τους. Πάντα η ήττα μου, συντριπτική.
Δε μ’ ένοιαζε. Η φλόγα τους μ’ ένοιαζε. Φλόγα που έκαιγε. Πυρπολούσε. Έκαιγε όλα εκείνα που νόμιζα δικά μου και δεν ήταν και φώτιζε άλλα που νόμιζα πως δεν ήταν δικά μου αλλά ούτε και ξένα.
Ποια παράξενη δύναμη ή ενέργεια αυτοσχεδίαζε;
Εμείς αρχίσαμε αντίστροφα το ταξίδι. Κατεβήκαμε απ’ τον ουρανό, είναι Απρίλιος, είμαστε στην Ταγγέρη και πίνουμε καπνό, χαρμάνι από κιφ, μήλο και κανέλα. Μετά καιγόμαστε όμορφα σε μεσαιωνική πυρά.
Και δεν προλαβαίνουμε ν’ ανασάνουμε απ’ τα ταξίδια στο χρόνο και στην υδρόγειο.Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο απ’ αυτό δε θέλαμε πάντως. Είναι ακόμα άνοιξη λοιπόν και τελούμε όλα τα προσωπικά μας μυστήρια. Με «αποικιακή» διάθεση περιδιαβαίνουμε τις γειτονιές του κόσμου. Τις αγορές του κόσμου...
Πέφτουμε πάνω σε πολλαπλά χτυπήματα κόγκας, τουμπερλέκια κι απάνω – τους πυροβολισμούς...
Η πρώτη της εμφατική λάμψη μας βρίσκει να ξιφομαχούμε με αραβικά ταμπεραμέντα. Τοξοβολία τέλος. Δε μας περίσσεψαν άλλα βέλη στη φαρέτρα. Τρε κομπλικέ αυτή η άνοιξη μαζί σου στο Μαρόκο, κάτω από σκονισμένες και ταξιδεμένες φοινικιές... Με κλειστά μάτια παίζεις ουσάκ στο ούτι. Τζουράδες και νέι συνοδεύουν την παράδοξη μελωδία. Είμαστε καλεσμένοι στο γάμο του βεδουΐνου Σελιμάν. Χορεύω και τραγουδώ. Φοράμε λευκά, φαρδιά καφτάνια. Ο Σιμούν τα σηκώνει και τα κυματίζει σαν άσπρες σημαίες παράδοσης στον αφρικανικό, προδυσμικό ουρανό.Μετά γίνονται μπλούζες ψυχοπαθούς, τρελού, και μας τυλίγουν γύρω γύρω. Τα χέρια μας στα φαρδιά μανίκια, δεμένα πίσω, στη μέση. Μια αυθαίρετη ρολς ρόις έρχεται και μας παίρνει. Έχει ροζ φτερά. Αναχωρούμε πετώντας. Παράλληλα είναι κάτι όνειρα που με ξυπνούν χαράματα και είμαι τυφλή. Περνάει πάνω από μια ώρα ώσπου να καταφέρω να δω ξανά το φως, να διακρίνω τ’ αντικείμενα... Ό,τι δεν εξηγείται με τη λογική των μέτρων μου, πονάει λιγάκι. Κουβάρι, λέω, μπλεγμένο τραγικά. Έχω χάσει και τις δυο του άκρες. Οι καφέδες με θολώνουν περισσότερο σαν παραισθησιογόνα. Πώς να υπονομεύσω έναν τέτοιο μεγαλειώδη παραλογισμό;

συνεχίζεται...αύριο η τρίτη και τελευταία πράξη...