Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2008

ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ



ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Πέταξα το βιβλίο στον αέρα, εκείνο άνοιξε και σημάδεψε το τζιν που ξεθώριαζε παρατημένο, αργά κι αθόρυβα στο πάτωμα, όπως πέταγα το χαρταετό στα δεκάξι μου, αφήνοντας ανέμελα το σπάγγο στην απόλυτη δικαιοδοσία του ανέμου. Πόση ανεμελιά σπαταλούσα τότε... πόση ξόδεψα αλόγιστα και την σκόρπισα, όπως τώρα, πολλές ώρες ξεπουλάω με αντάλλαγμα μια ακόρεστη λαγνεία που έχει τη ρίζα της στο παρελθόν.
Μέσα μου καίει η άνοιξη και τα χρόνια. Μέσα μου καίνε μπλουζ των χωρισμών. Μέσα μου καίνε χρόνια άγνωστα. Και τα νιώθω έτοιμα να ξεπεταχτούν ξαφνικά, μέσα από οξύμωρες μνήμες, να με χαρακώσουν, να μου κάψουν τα μάτια, τον ουρανίσκο, το δέρμα.Ποτέ μου δεν υπήρξα συλλέκτης αναμνήσεων. Συλλέκτης αχρήστων. Ό,τι έχω ζήσει, το κουβαλάω. Είναι πάνω μου και μέσα μου καταγεγραμμένο, οχυρωμένο, επικυρωμένο δυναμικά, με χιλιάδες γέλια και κλάματα. Δε χρειάζονται αποδεικτικά στοιχεία γι’αυτό.Ποτέ μου λοιπόν δε μάζευα μνήμες. Και είναι πολλοί που δε ζουν χωρίς αυτή τη διαστροφή... Όμως αυτή η αποχή μου, τώρα μ’ εκδικείται. Με παρατεταμένες αυπνίες. Κάθε βράδυ που μετράω εκατομμύρια προβατάκια. Κάθε πρωί που επικάθεται σαν ντελβές πάνω στα μάτια μου και δεν ξεκολλάνε. Κι όλο αυτό έχει μια παράξενη αισθητική. Με βάζει μέσα σ’ έναν τεράστιο πορτοκαλή ήλιο που δεν μπορώ να διακρίνω αν, πράγματι, είναι ήλιος ή ένας εαρινός, φωτισμένος αλλόκοτα, κύκλος. Μπορεί, έξω απ’ αυτόν, το φεγγάρι να τα «σπάει» με τ’ αστέρια. Εγώ, καταμεσής στο μεγάλο πορτοκάλι. Και όχι σαν τιμωρία. Και όχι σαν παγίδα. Σαν απόδοση μελαγχολίας, δεν αποκλείεται. Μιας μελαγχολίας όμως, δίχως εξάρσεις συμπτωμάτων. Δίχως βιολογικούς δείκτες.Κι εδώ, μέσα στο πορτοκάλι μου φυσάει ένας νοτιάς... Ναι, θέλω τον αέρα μου, είναι αλήθεια αυτό. Έναν αέρα δυνατό και καθαρό που θα κάνει ανεμόμυλους να ξαναγυρίσουν με φόρα, που θ’ αναγκάσει παλιούς φάρους ν’ αναβοσβήσουν για να στείλουν σινιάλα σε ξεχασμένα καράβια.Ίσως φταίει η άνοιξη που κάθε χρόνο επιστρέφει πιο συμπλεγματική. Ίσως φταίει πάλι που πρώτη φορά θυμάμαι. Με μια ιδιότυπη διαδικασία. Ξεκινάω από την ελπίδα που έμεινε. Και από τη φωτιά που θα βοηθήσει ν’ ανάψουμε τις μέρες μας ξανά. Να γεννηθούμε ξανά, ανάμεσα σε αίματα. Να κλάψουμε μ’ εκείνο το πρώτο, ακατέργαστο κλάμα, που δεν το θυμόμαστε, μα θα’ ρθει η στιγμή να το ζήσουμε πάλι. Και ν’ αφεθούμε σε αγγίγματα που έχουμε ξεχάσει ή αγνοήσει. Και να δώσουμε φιλιά αμείλικτα και σιωπηλά σ’ ένα στόμα που θα το καλέσουμε σε μια ζωή, καινούρια.Και άλλα όνειρα θα βρούμε να μας κρύψουν και να μας φωτίσουν γλυκά. Να μας λούσουν με ήλιο. (Και ας υπάρχουν φορές που όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με τα μεγάλα σου όνειρα και την άμεση προοπτική της πραγμάτωσής τους, τα φοβάσαι). Θα βρούμε και σώμα και ψυχή να φυσήξουμε μέσα τους την άνοιξη που φυλάξαμε τόσο καιρό στους πιο μυστικούς μας τόπους. Και χέρια θα βρούμε που θα τ’ αγγίζουμε και θα μας αγγίζουν τρυφερά, απαγίδευτα κι ίσως κι εξαρτημένα... Μέσα σ’ όλα αυτά που έμοιαζαν σαν οι παρυφές ενός μικρού κι ανεπιτήδευτου παραδείσου, φαινόσουν κι εσύ, κάπου στο βάθος του πελάγους. Καβάλα σ’ ένα τρικάταρτο σκαρί. Το βλέμμα σου, πίστευα, πως κοίταγε τον ήλιο που είχε αρχίσει να δύει κι έκανε την τελευταία του βουτιά. Εσύ με γυρισμένη πλάτη. Ανεπίστρεπτος.
Σήκωσα τότε μια λευκή πέτρα και την έριξα προς το μέρος σου. Κι ήταν αυτός ο μόνος τρόπος που είχα για να σου στείλω ένα σινιάλο πως είμαι ακόμα πίσω σου και σε κοιτάω. Δε γύρισες. Μ’ απαρνήθηκες; Ή μ’ αγάπησες άραγε τόσο; Κι ύστερα σου μίλησα με όσα ήξερα καλοκαιρινά λόγια. Και σου φίλησα όλο τον πελαγίσιο αέρα που ανέπνεες για να σου θυμίσω πως είμαι εδώ. Δεν τον μύρισες...Κι ύστερα αφέθηκα στην παντοδυναμία του αιγαιοπελαγίτικου θεού κι έτσι βεβαιώθηκα πως υπάρχω και είμαι εδώ. Κι ένιωσα τη θάλασσα σαν απαλό και τραγουδισμένο κοιμητήρι όλης μου της τρέλας, που της την άφησα, να την πάρει και να τη βυθίσει μαζί με όσα είπαμε στο χωρισμό μας. Γύρισα κι εγώ την πλάτη και περπατούσα στην άσπρη παραλία. Κενή και άχρωμη. Και δεν είδα που γύρισες και με κοίταξες με λατρεία. Δεν είδα τίποτα από το απέραντο βλέμμα σου. Το κεφάλι μου έτρεμε ολόκληρο. Μόνο ένα κοπάδι γλάρων πέρασε από μέσα του και φτεροκόπησε τόσο δυνατά που με σημάδεψε ανελέητα με τις φτερούγες του. Κι από τότε έζησα περισσότερο μέσα σου. Για να με βρίσκεις και να με κρατάς, όποτε με χρειάζεσαι κι όταν η ανάγκη σου για μένα ξεπερνά όλες τις άλλες ιστορίες. Γιατί η υπεροψία του παρελθόντος, η αλαζονεία του, μας τυραννάει, όσο την αφήνουμε, όσο της επιτρέπουμε να το κάνει.Άθελά μου λησμόνησα όλα τα παραμύθια. Υπάρχει όμως ένα που το κράτησα μόνο για μένα. Για να περιοδεύω μ’ αυτό παρέα τις νύχτες των αστεριών. Είναι εκείνο που θα πω και θα το αφιερώσω στο απεγνωσμένο βράδυ των γενεθλίων σου που μας στοίχειωσε με παραληρηματικούς δράκους, σ’ εκείνο το τηλέφωνο που κείτεται κατάμονο στο βυθό της θάλασσας των Φρικών, σ’ εκείνο το κλάμα σου στο Βαθύ που μ’ έπνιξε από λύπη. Και στην απώλεια των δικών μου αισθήσεων με θέα υπερβατική. Και τώρα γίνομαι ο προσκυνητής του. Σαν τραγούδι που το λέω και μέσα του εκπληρώνονται όλες οι ευχές και οι επιθυμίες μου. Είναι ένα παραμύθι που μιλάει για ένα μικρό, τρελό καράβι που φεύγει πάντα από το λιμάνι. Φτάνει να σφυρίξει τρεις φορές και ξεκινάω τα μεγάλα ταξίδια. Γυρνά, διαρκώς μεθυσμένο, από το σκληρό, αλκοολούχο φως του θεού ήλιου. Οι στεναγμοί που ξεφεύγουν απ’ τα φουγάρα του στο πέλαγος, τρέφουν τ’ αποδημητικά πουλιά, οι γλάροι, τα δελφίνια και όλα τα ψάρια. Γι’ αυτό είναι πάντα μαγεμένα και γελάνε κι ερωτεύονται και κάπου κάπου, χάνουν και τον προσανατολισμό τους.Καθώς βραδιάζει βρίσκω περισσότερο εμένα. Αποτυπώματα των χθεσινών αναπνοών μου στη νύχτα.Παρίστανα τη ζωντανή για να μπορώ να έχω μνήμη και αναμνήσεις από την παλιά μου μνήμη. Έτσι θυμόμουν πώς αποκτούσε νόημα το σύμπαν όταν ήμασταν μαζί. Μέχρι και οι ημικρανίες μου ήταν πιο γλυκές. Θυμόμουν πώς περίμενα εκείνο το σημείωμα που μου είχες υποσχεθεί πως θα συνόδευε τα κυκλάμινα που μου χάρισες. Δε σου είπα ποτέ τίποτα. Μέχρι τώρα που κάνω τη βλακεία και στο εξομολογούμαι. Πώς το περιμένω ακόμα. Τι αστείο! θα λες... Και κάθε μέρα το περιμένω. Και κάθε νύχτα. Απλά δεν το έχω. Κι αυτό – ναι! – είναι παράπονο. Είμαι κάθε βράδυ στην ίδια γωνία. Περιμένω το πιο βαθύ βράδυ, το πιο βαθύ σκοτάδι να περάσει ξανά αρματωμένο, οπλισμένο με τα ίδια αστέρια που, άλλοτε με πυροβολούν κι άλλοτε, ούτε που τα βλέπω.Κι άλλα βράδια περιμένω ξανά, στην ίδια γωνία. Χωρίς να ξέρω όμως τι περιμένω.Είναι φορές που στα μάτια μου το τοπίο φαντάζει αλλιώς. Ομορφότερο. Με τ’ αραιά του λυχναράκια σκόρπια και αρωματισμένα. Τότε καταλαβαίνω πως είναι άνοιξη κα σκύβω και φιλάω το νωτισμένο χώρμα και τους κορμούς των δέντρων. Ακουμπάω απαλά τα δάχτυλά μου στα καταπράσινα φύλλα που ανασταίνονται από τον πιο βαθύ ύπνο-θάνατο. Και δε θέλω καθόλου να τα πληγώσω με όσα αιχμηρά και σκληρά τα χέρια μου είχαν αγγίξει πριν, προηγούμενα βράδια του χειμώνα. Ένιωθα κάπως καλύτερα με τον εαυτό μου που ήταν καλός και τον αγαπούσα τότε.Τα πουλιά, που ανάσαινα τον απαλό σφυγμό της καρδιάς τους, μου τραγουδούσαν κι εγώ ξαγρυπνούσα ως την επόμενη στιγμή της γλυκιάς άνοιξης και σταματούσαν να βγαίνουν και να με καταδιώκουν φαντάσματα.Και κάποιος ήρεμος θεός φύτευε μέσα μου τις πιο αθώες, τις πιο ατραυμάτιστες, τις πιο αναίμακτες λέξεις που γίνονταν ποτάμια και κύλαγαν με τη ροή του Νείλου. Λέξεις άπειρες που συνήθως τους έλειπε η τελευταία συλλαβή για να τη βάζω εγώ και να τις αλλάζω και να μη μοιάζουν με καμία απ’ όσες ως τώρα γνώριζα. Φανταζόμουν πως διέσχιζα μια φωτισμένη πολιτεία που δεν την ήξερε κανείς, κι όμως, θα ορκιζόμουν πως έμοιαζε τόσο με την Αλεξάνδρεια... και περπατούσα. Κάποτε έφτασα σε μια ανεκπλήρωτη θάλασσα. Θλιμμένη... Αγκάλιασα με λαχτάρα ένα αφρισμένο κύμα κι εκείνο – τι περίεργο! – έμεινε εκεί, στην αγκαλιά μου, αποκοιμισμένο. Έπειτα μου το πήρε ξανά η ίδια θάλασσα και μόνο εκείνη ξέρει τι απέγινε εκείνο το κύμα. Το μάγεψε και το τράβηξε μέσα της και γνωρίζει τη συνέχεια ή το τέλος του.Όπως κι εσύ που έγινες αέρα. Λες κι ήσουν ποτέ κάτι άλλο εκτός απ’αυτό. Μήλα κόκκινα και λευκές κερασιές που κάνουν μάγια... Το μεγάλο βράδυ κοιμάται γερμένο σε ώμους δύστροπους, ο άνεμος κολυμπάει στα μαλλιά σου, έχασε κι αυτός το δρόμο προς την αιωνιότητα, βλέποντας εσένα να κυλάς και να χάνεσαι, ανεβασμένος στις πολύτιμες ρόδες σου... Το βράδυ έμεινε εκεί. Τυλιγμένο γύρω απ’ το γυμνό σου κορμί που γνέθει αγάπη αλλά και χωρισμό. Εκεί, στο μεγάλο βάθος του σώματός σου το βράδυ γίνεται το θύμα σου.
Απόψε είπα ν’ ανοίξω κι εγώ τις νυχτερινές, σκοτεινές μου πόρτες. Να’ ρθεις. Να μπεις από κει χωρίς να χτυπήσεις.Κάποτε έφυγα από ’σενα. Με ολομέταξο άλμπουρο. Για ν’ αποφύγω τους ιούς της έξης. Για ν’αποποιηθώ την ισοβιότητα. Για ν’ αναδείξω την αυτοκρατορική μου άρνηση. Και να πέσω με τα μούτρα ξανά στις απόκρημνες αλήθειες μου. Φύσηξα μια ανάσα καθαρή. Εκπνοή που τα καθάρισε όλα και τα έσβησε σαν γενέθλια κεράκια. Έσβησε όλα όσα ήταν να σβήσουν. Και να χαθούν. Είχα δικαίωμα στην προσωπική μου αναθεώρηση. Και στην ιδιωτική μου απογοήτευση. Και είναι αυτό από ’κείνα τα δικαιώματα που οι προθέσεις τους είναι σαφείς κι όχι διφορούμενες. Από ’κείνα που παγιδεύουν και κομίζουν πάντα ένα δικό τους μαγικό χρόνο και τον ανταποδίδουν ως κληροδότημα. Βαδίζω σε αλγοδρόμια. Ποτέ δε λοξοδρομώ απ’ αυτά. Με μια «πειραγμένη» ασυμβατότητα του συναισθηματικού και του αισθητού.Εσύ οδηγείς. Βιάζεσαι να φτάσεις στη δουλειά σου. Όμως παρασύρεσαι από τη θερμοκρασία της παραλιακής κι έτσι όπως πατάς το γκάζι, αφαιρείσαι κι ενδίδεις στις θερμές μάζες του αέρα. Μαχαιρώνεσαι απ’ αυτές. Ελαφρύ τραύμα. Περισσότερο απ’ τον ήλιο. Γέρνεις σε μια εξωτερική προσευχή. Γέρνεις στις θυελλώδεις σου εμμονές.Βγαίνοντας από μια ερωτική ιστορία, βγαίνεις με οδύνη και από μια αλήθεια, που είτε το θες, είτε όχι, όρισε κάποιες στιγμές σου. Είναι δύσκολο να την αποχωριστείς...
Έχουμε χωρίσει εδώ και καιρό. Η σχέση μας κλυδωνιζόταν επικίνδυνα. Καρυδότσουφλο στους πέντε ανέμους και στα χίλια κύματα. Χνάρια από δαίμονες. Χνάρια από αγγέλους. Μπερδευτήκαμε από τις ανάκατες πατημασιές... Πώς, πού να βαδίσουμε; Είπαμε να τελειώνουμε μ’ αυτό το κουβάρι. Και να πάρουμε τον κόσμο απ’ την αρχή. Χωριστά.Είμαστε σε διαφορετικά χρονικά σημεία του ίδιου ονείρου. Όνειρο σεληνόφωτο. Διάτρητο από αιχμηρές λάμψεις. Εγκόσμιο όνειρο που κατέκλυζε τη ζωή μας. Όλη τη ζωή μας. Εύθραυστο, ή μήπως όλα τα όνειρα είναι εύθραυστα; Από ασθενικά υλικά; Απλά τόσο, όσο και βίαια; Ακίνητα. Που βρίσκονται πάντα εδώ. Να μας δίνουν καινούρια φτερά. Ή να μας καταπιέζουν σαν σκουριασμένες χειροπέδες. Όνειρα σαν νυχτοφάναρα για τα μάτια. Ή για μαύρους κύκλους γύρω από τα βλέμματα. Της βόλτας και του περιπάτου. Περιπατητικά βλέμματα σε περιηγητικά όνειρα. Με τύψεις άγνωστες ως τώρα. Της τρέλας. Των στεναγμών.Ήσουν το γράμμα «χι» των γραμμών του χωρισμού που τέμνονται σ’ ένα μοναδικό σημείο, ακολουθώντας ωστόσο αντιδιαμετρικές κατευθύνσεις, αποδυναμώνοντας έτσι το σημείο τομής. Ήμουν το γράμμα «πι», το αίθριο των Μινωικών ανακτόρων. Εσύ μόνιμα στραμμένος στην ανατολή, εγώ στη δύση, στο μέρος του Άδη. Προσηλωμένη σε τρίσπονδες λατρείες, θυσίες, τιμές. Μέλι, κρασί και γάλα στα χέρια μου. Ως τους ώμους βουτηγμένα. Βουτηγμένη στο χαμένο μας έρωτα. Εκεί, ως το κεφάλι.
συνεχίζεται...