Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2008

ένας λύκος στο Νείλο


Είχε μάτια τεράστια…τα μάτια αυτά όχι μόνο κοιτούσαν αλλά και ανέπνεαν…και κάποτε γλιστρούσαν έξω από τις κόγχες τους…έλιωναν…έκλαιγαν αλλά τα δάκρυά τους εξατμίζονταν αμέσως…δεν άφηναν το παραμικρό ίχνος…η διάρκεια της ζωής του όπως και η ηλικία του ήταν άγνωστες…το αγαπημένο του έδεσμα ήταν το μήλο…ζούσε μια ζωή παράλληλη…με κάποιες άλλες ιδιόμορφου τύπου «ζωές»…του άρεσε να κρέμεται από κουρτίνες…να κοιτάζεται σε καθρέφτες…απωλεσμένος…και το καλύτερό του ήταν να βουλιάζει στο Νείλο και να μασάει πότε πότε νούφαρα…συνομιλούσα μαζί του όπως μπορούσα…μερικές φορές κυριολεκτικά κρεμόταν από πάνω μου…ειδικά στις περιπτώσεις εκείνες που η στάθμη του Νείλου ανέβαινε…φοβόταν τότε…είχε τα μάτια του και την αγνωσία του…αλλά ένιωθα συχνά πως και η παραμικρή του κίνηση, ακόμα και αυτή η ολίσθηση των ματιών ήταν απλώς ασκήσεις υποκριτικής…μια μέρα με πήγε στη φωλιά του…ασυνήθιστο για έναν λύκο να έχει μια φωλιά-σπηλιά σε ποταμό…κάποτε μου είπε μια ιστορία για κείνον…συνέβη σε κάποια από τις ζωές του…βρισκόταν μόνος σε ψηλό βουνό…κι έτρωγε το αγαπημένο του κατακόκκινο μήλο…για την ακρίβεια του είχε μείνει μόνο το κοτσάνι…εμφανίστηκαν δίποδα παράξενα…τον πλησίαζαν απειλητικά και άρχισαν να μουγκρίζουν…θα ήταν δυο τρία…η όψη τους ήταν μειλίχια κάτι εντελώς παράδοξο αφού οι διαθέσεις τους ήταν πέρα για πέρα τρομακτικές…και αδηφάγες…του μούγκρισαν σε μια γλώσσα ακατάληπτη…άρχισαν να τον αγγίζουν αλλά καθόλου δεν έμοιαζαν μα χάδια αυτές οι αφές…τον δάγκωναν…άρχισαν να του τρώνε τη σάρκα…ο Νείλος οργίστηκε που το ένιωσε…την τελευταία στιγμή διέσωσε την ψυχή του απ’ αυτό το κατακρεούργημα…και την εμφύτευσε στο τωρινό του σώμα…από τότε συμβαίνει κάτι παράξενο…αυτό με τα μάτια του εννοώ…αρχικά δεν μπορούσα να εξοικειωθώ με τέτοιο φρικτό θέαμα…το πάλεψα όμως επειδή τον αγαπούσα και λίγο λίγο μετρίασα αυτό το φόβο…που άγγιζε περισσότερο την έκσταση και τη θεοληψία και δεν ήταν αμιγής φόβος…πάντως και υπό την επίδραση αυτής της «μέθης»…δεν αισθανόμουν πάντοτε ευχάριστα…αρκετές φορές μάλιστα…τα πιο ευγενή συναισθήματά μου για κείνον μεταπλάθονταν σε κλειστοφοβικά…σε ανασφάλεια και αβεβαιότητα…ειδικά όταν κατάλαβα ότι ο λύκος έλκει πάνω του, νομοτελειακά, συμφορές και κατάρες…κι ας είχε την εύνοια του Νείλου…
Στον αντίποδα αυτών των καταστάσεων και των συναισθημάτων βρισκόταν μια άλλη του υπόσταση…ώρες ώρες έκανε σαν μικρό παιδί με μια αφέλεια που με εκνεύριζε…επέμενε τόσο να του αγοράζω μήλα…αδιόρθωτος ήταν σ’αυτό…στο τέλος πάντα του έφερνα μήλα περισσότερο γιατί όταν τα έτρωγε δεν υπήρχε περίπτωση να του «βγούνε τα μάτια» και ήταν και οι μοναδικές στιγμές που τον έβλεπα να χαμογελά…και τον παρατηρούσα…με ανιχνευτικές λεπτομέρειες…η μύτη του υγραίνονταν…τα μάτια του ήταν πιο όμορφα από ποτέ…λαμποκοπούσαν…το τρίχωμά του γινόταν άσπρο…σαν το φλούο αυτό του φρέσκου χιονιού…κατάλευκο…
Άλλες φορές διαπίστωνα μια έπαρση στις κινήσεις του…όχι σκηνοθετημένη…αλλά σαν να εγείρονταν κάποιος υφέρπων και σκονισμένος μηχανισμός μέσα του που του υπέβαλε την κυριαρχία στο «παιχνίδι» μας…ούτε μπορούσα να του καταλογίσω συμπλέγματα …ήταν πολύ βασανισμένος από τις ζωές του…με παρακάλεσε να μείνω μαζί του λίγο καιρό…δηλαδή όσο περισσότερο μπορούσα…και αυτή τη φορά το πέρασμα μου να μην ήταν τόσο σύντομο…σκέφτηκα ότι μου το ζήτησε γιατί κανείς άλλος δεν του έφερνε μήλα με την ίδια ευκολία που του έφερνα εγώ…γι’ αυτό ήθελε τόσο διακαώς να με κρατήσει κοντά του…
Έμεινα λοιπόν…τάχτηκα μαζί του για μερικές πανσέληνους…οι δυο μας μόνοι…σαν υπολείμματα κάποιου άλλου καιρού…σαν ξεχασμένα πλωτά…σ’αυτόν τον ανισόρροπο ποταμό που πηγάζει από το νότο και χύνεται στο βορρά…δεν ήθελα με τίποτα να είναι αυτός ο οριστικός μου σταθμός… «αγάπησε κάποια»,του λέω σε μια ανύποπτη στιγμή… «αγαπώ εσένα», μου απαντά… «εγώ δεν είμαι λύκαινα, δεν έχω καν σώμα…»… «και? Δεν με πειράζει καθόλου…εσένα αγαπώ…»… «τι εννοείς όταν λες μ’ αγαπάς?»… «σ’ αγαπώ…όπως τα μήλα…όπως τα γιαπωνέζικα τατουάζ…όπως τα φτερά των πουλιών…,τα χαράματα…τα σκοτάδια…τα νούφαρα…»…τα μάτια του άρχισαν να γλιστράνε ξανά και να χύνονται…σαν το σιρόπι από γλυκό του κουταλιού έξω από το βαζάκι του…αλλά δεν τα φοβήθηκα αυτή τη φορά…δεν ξέρω γιατί…δεν μπορώ να πω… «έλα , γράψε μου κάτι στο δέρμα… «τι?»… «μια πληγή…μια ιστορία…έναν τόπο…ένα παραμύθι…ένα χάος…έναν γκρεμό…ένα βουνό να το ανέβω που το έχω επιθυμήσει…ένα ξημέρωμα…ένα σχοινί με κόμπους…κάτι κάτι…που να κρύβει αμέτρητους κινδύνους…»… του έγραψα μια σκηνή…ήταν, λέει στους Δελφούς με Νότιο Σέλας…ημέρα ανώνυμη αλλά έμοιαζε με Πέμπτη…-χρειάστηκε να υποδυθώ ένα ρόλο κατάχρησης υποψίας…-,του έγραψα νερό από πηγές αμόλυντες…ένα τσιγάρο να του δίνεται όταν τελειώνει η ιεροτελεστία της βρώσης του μήλου…ένα μυστικό και μουσκεμένο κορμί να του παραδίνεται…όταν τον καλεί το μεθυστικό του άρωμα…με τρόπο απροσδόκητο και ύποπτο…για να σταματάει για λίγο ο χρόνος του εκεί…,κι ακόμα, μια νύχτα με πάχνη και υγρασία…με κάποιο τρένο που θα περνά και θα σφυρίζει…και θα είναι φορτωμένο μήλα, χιλιάδες εκπλήξεις, χιλιάδες σκιές…και μετά έφυγα…με τα «φτερωτά μου σανδάλια»…χωρίς ούτε μια στιγμή να κοιτάξω πίσω…θα τον συναντούσα έτσι κι αλλιώς σε κάποια άλλη ζωή…σε κάποιον άλλο ρόλο του…σε κάποιον άλλο δικό μου…