Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2008

εκδίκηση σε τρεις πράξεις-(2ο μέρος)


...συνέχεια του "εκδίκηση σε τρεις πράξεις" (2ο μέρος)


ΠΡΑΞΗ 1η «ΤΟ ΜΠΛΟΥΖ ΤΗΣ ΑΛ ΙΣΚΑΝΤΑΡΙΓΙΑ»

Όλα άρχισαν σαν αργή, απολαυστική μαγεία. Κάπως σαν μπλουζ της Αλ Ισκανταρίγια.
Όλα φανερώθηκαν όταν εκείνο το χρυσό πρωινό άνοιξες το πολυκαιρισμένο σακουλάκι σου, με τα μεθυστικά φυτά. Ξεκόλλησες τη φθαρμένη ταινία που εγκλώβιζε δαιμονικά αρώματα θυμαριού και άγριας μέντας.
Του μιλάς όπως μιλάς στο αηδόνι που έρχεται στο δέντρο έξω από το παράθυρό σου. Όπως μιλάς σ’ εμένα. Με τις ίδιες λέξεις. Αποτρόπαιες. Ποιητικές. Άσεμνες.Με το χαμόγελο της ανατολής πάντα στο πρόσωπό σου. Αδύνατον να φύγει... Κι όλα άρχισαν όταν φιληθήκαμε πολύ. Με δύο διαστάσεις. Τα γένια γύρω απ’ το στόμα σου, πευκοβελόνες αρωματισμένες που με πληγώνουν γλυκά και κυκλώνουν τα χείλια μου από παντού.Και πάλι αυτή η ταυτόχρονη απαλότητα – βιαιότητα που κάνει το φιλί μας δισυπόστατο. Με σαρώνει. Σαρώνει κι εσένα.Μέσα στο φιλί χύνεται η θάλασσα, αγριεύουν δάση, σηκώνεται η άμμος στις ερήμους του κόσμου. Τα βυθίζουμε όλα μέσα του. Τα βαφτίζουμε. Ξεχειλίζουμε μέχρι που δεν ανασαίνουμε.Τι κρύβεται σ’ αυτό το άγνωστο φιλί; Τι υπάρχει μέσα στον άγνωστο κρατήρα του στόματός σου; Έλεος; Αμετάκλητη δροσιά; Παγιδευμένη φλόγα; Ακαριαίοι μετεωρίτες; Δαγκάνες;Λιώνω μέσα του... Φοβάμαι τις συνέχειες, τις αλληλουχίες. Σ’ έχω μπροστά στα μάτια μου και θα σε πάω όσο μακριά θέλεις, μάτια μου... Διαπερνώντας την ίριδα, την κόρη, τα επάλληλα στρώματα των χιτώνων. Θα σε πάω όπου θες, όσο μακριά κι αν είναι, αρκεί να είμαστε σε κοινό ρεύμα. Αρκεί να μη στραγγαλίσω άλλη μια σπουδαία εστία της ζωής μου. Πάντα έτσι, ερωμένη των παραπόνων θα είμαι. Με μουδιάσματα στον εγκέφαλο...Έκλεισα τα μάτια. Ανέπνεες αργά. Ξεκινήσαμε γλυκιά μου αγάπη. Και ήταν η ώρα της ανατολής. Των διλημμάτων. Του διχασμού. Των αποφάσεων. Της αλήθειας. Αυτή η ώρα ήταν μόνο.Κοιτάζω το πρόσωπό σου. Κοιμάσαι. Σκέφτομαι... Αθώα που είναι τα βλέφαρά σου. Σε απομονώνουν από τις ριπές του έξω κόσμου. Σ’ ένα βασίλειο παρατεταμένης αθωότητας. Σ’ ένα υπερσύμπαν άχραντου μυστηριακού κόσμου. Στον πλανήτη του ύπνου σου όλα είναι αθώα. Μα εσύ, καθώς σε κοιτάζω, είτε κοιμάσαι, είτε όχι, δείχνεις πάντα έτσι. Αθώα. Εφηβική. Σχεδόν παιδική. Ανασαίνεις τόσο απαλά. Και μια γαλήνη ανέλπιστη, η γαλήνη σου, διαχέεται στο χώρο.
Χαίρομαι τόσο πολύ που είμαι μαζί σου. Που μου χαρίζεται αυτή η θεϊκή ηρεμία του πνεύματος και της ψυχής σου.Πολλές φορές σε ξυπνάω κατά τη διάρκεια της νύχτας. Είσαι δίπλα μου, χαμογελάω, σε τραβάω πιο κοντά μου και σου λέω σ’ αγαπώ. Δεκάδες σ’ αγαπώ μες το σκοτάδι. Δεν απαντάς. Είμαι βέβαιος πως το ακούς, το νιώθεις. Τ’ αστέρια και το φεγγάρι κατεβαίνουν δίπλα μου.Φεύγουμε αγάπη μου. Μαζί να ψάξουμε. Μαζί να συντριβούμε, αν είναι, να καταστραφούμε από έρωτα κι ευτυχία. Κρατάμε στα χέρια μας ένα ουράνιο τόξο. – Κράτα με.- Χιλιάδες λάμψεις στα εφτά του χρώματα. Βλέπουμε τη βροχή να περνάει ανάμεσά του, εξαντλώντας τη ροή της. – Κράτα με.- Στα μάτια σου βλέπω κρατήρες της σελήνης, κόκκινης σελήνης, άπειρες θάλασσες, νερά, τα πιο καθάρια, τα πιο καλά νερά. Ιπτάμενες κιθάρες. Είσαι ευτυχισμένη. Σε κρατώ.
Φόρεσα καινούρια φτερά στους ώμους κι ανέβηκες στην πλάτη μου. Πετάμε μαζί, παρέα στον ουρανό. Φεύγουμε σε άλλο όνειρο. Κοιτάμε το σύμπαν. Πιο πάνω, πιο ψηλά εμείς απ’ αυτό.Βλέπουμε τ’ αγαπημένα δάση και πώς τα σπρώχνουν τα μελτέμια. Καλούς ανέμους. Είμαστε εδώ. Μαζί. Ταξιδεύουμε.
Έλα να τρέξουμε τώρα. Και να πάρουμε μαζί μας ό,τι μας ανήκει. Και τους ψιθύρους. Και τα σύνορα του κόσμο. Θα τρέξουμε γρήγορα. Σαν μεθυσμένοι κι αλλόκοτοι γερανοί. Κράτα με. Αγκάλιασέ με. Να νιώθω πως ανήκω μόνο σ’ εσένα. Πουθενά αλλού. Ούτε στη νύχτα. Ούτε στον κόσμο. Ούτε στο θεό. Το είχα αποφασίσει. Κανείς δε θα μ’ εμπόδιζε να κάνω το ταξίδι μαζί σου. Ούτε ο άνεμος. Ούτε το ψέμα. Η απόφαση οριστική. Κι ας είχε και μίσος και οργή. Διότι αφόρισα όλες τις προφάσεις. Διότι δεν είχα παρελθόν να κρατηθώ, γερά απ’ αυτό, να δεθώ μαζί του. Όταν σε γνώρισα το παρελθόν μου έπαψε να υπάρχει. Κάποτε είχα κάτι δικό μου. Κι ένα δικό μου παρελθόν. Ισχυρός καταλύτης όπως οι εποχές, ο καιρός, ο χρόνος.Είδα ανθρώπους τόσο μόνους μέσα στο πλήθος. Είναι αυτοί που δεν έχουν νιώσει την αγάπη σου. Ευτυχώς εγώ ανήκω στο «μικρόκοσμο της μειοψηφίας».
Ρισκάρουμε τα πάντα – τη ζωή μας – ψέματα ! Ταξιδεύουμε και ζούμε. Κοιτάς τα μάτια μου. Κρατάς τα μάτια μου. Εσύ τα κρατάς. Θάλασσα είναι κι εκεί. Και ταξίδια χωρίς τέλος. Κι ολογράμματα.Κοιτάς την αγάπη. Κόκκινη έχει βαφτεί απ’ τα χέρια μου. Φως της αυγής. Και φως του ανέμου. Και χρώμα. Της αφής το χρώμα.
Ακόμα και μέσα στο σπίτι έχουν ριζώσει κατάρτια. Πάνω τους τσακίζονται φώτα των φάρων. Κοιμάσαι στη ρίζα του καταρτιού κι ένα αναστάσιμο λιβάνι καίγεται στην αναπνοή σου.Αν μου δινόταν αυτή η χάρη, άλλη μια φορά να σε κρατήσω, όπως τότε στην Αλεξάνδρεια... Κι αν το φως του ταξιδιού δε σημαίνει τίποτα για σένα, εμένα με κρατά ζωντανό.Κι αν ακόμα ψέματα είναι ότι οι άγγελοι είναι αλλού, εγώ, στο ταξίδι αυτό, συνάντησα μερικούς αλλά βρήκα εσένα – εσένα που έφτιαξες μια καρδιά με τον καπνό του τσιγάρου σου και μου τη χάρισες.
Και πιστεύω από τότε μόνο σ’ εσένα και στο ταξίδι. Ναι, κάπου πιστεύω κι εγώ. Δες, πίστεψέ με κι εσύ. Ή μίσησέ με. Ή κάνε όπως σου αρέσει.Μ’ αυτό το ταξίδι αγκαλιά οι δυο μας. Με μια αλήθεια χωρίς χθες. Χωρίς παρελθόν. Αθώα πληγή κι αυτή... Το ταξίδι της επανάστασης είναι το μόνο που έχουμε. Βαρύς αέρας το συνοδεύει.
Αν μπορείς κοίταξε τον κόσμο γύρω μας. Άγγελοι και δαίμονες έξω απ’ τα παράθυρα. Ελεύθερος που είναι ο κόσμος!Δεν είναι αστείο παιχνίδι αυτή η βόλτα. Μπορεί να μας χαριστούν και περισσότερες από μία. Όμως σύντομες.Και πάντα με παράδοξους αγγέλους που τραγουδούν ιστορίες. Και κλαίνε με γλυκά δάκρυα. Ελεύθερη η διαδρομή. Αδέσμευτη και η βόλτα.

Κάποια πράγματα είναι μόνο εικόνες. Σκηνές που παίζονται μπροστά μας. Βαθιά βαθιά μωβ νύχτα. Παράξενο παράξενο χρώμα μωβ. Γυρίζουν γυρίζουν τ’ αστέρια γύρω απ’ τη βαθιά μωβ νύχτα. Μερικοί μόνο πέφτουν. Εμείς μόνο πετάμε. Εμείς μπορούμε να τον βαδίζουμε τον βαθύ μωβ ουρανό της νύχτας. Γιατί μας αρέσει τόσο να βαδίζουμε στο μωβ επάνω. Με πηγαίνεις στον αφρικανικό ουρανό της Αλ Ισκανταρίγια, γιατί λατρεύω να νιώθω ζεστά.Βαρύς ο αέρας. Ένα εκατομμύριο φωτιές συνοδεύουν αυτό το ταξίδι. Ένα εκατομμύριο μέρες με βαρύ αέρα κι αναμμένες φωτιές. Ναι, κάποιες μέρες, θέλω να πω ψέματα για να κρυφτώ. Κάποιες φορές ζήτησα να δω παγωμένους κομήτες. Κάποιες φορές έψαξα λεωφόρους στο στέρεο έδαφος, να περπατήσω, χωριστά από σένα. Ή το ταξίδι. Κάποιες φορές μου την έδιναν τα παλιά, τα προαιώνια αστέρια – ζήλεια ήταν; - και ήθελα να καρφώσω, να κρεμάσω καινούρια και θνητά στο νότιο ανατολικό ουρανό.Αστέρια που θα πετούσαν με φτερά. Σαν μικρά λαμπερά φτερωτά πεύκα. Ή φτερωτά τόξα. Ή βέλη.Το χρώμα τους ν’ αλλάζει. Από λευκό να γίνεται κόκκινο, πάλι απ’ τα χέρια μου. Γιατί δεν μπορώ και να μην τ’ αγγίζω. Δε γίνεται τα χέρια μου να μη γλιστράνε επάνω τους.Και να κοκκινίζει όλο το βράδυ. Και το δάσος. Και το ταξίδι. Και τα πραγματικά πεύκα.Και τότε είναι που φουσκώνουν αερόστατα. Ανεβαίνουμε γιατί έχουμε κουραστεί λίγο να βαδίζουμε το μεγάλο ουρανό. Ή να πετάμε.Και τότε είναι που επενδύουμε πιο πολύ στις παράφορες.Όπως σε κρατώ, όπως με κρατάς, στα μεγάλα ταξίδια των θλίψεων και των αντιστάσεων.Το ταξίδι είναι ευχάριστο, ολόδροσο, ανήθικο αρμονικό βύθισμα.Το αερόστατο γεμίζει χάδια και φιλιά. Και στιγμές. Βαρύς αέρας. Φωτιές. Ευδαιμονίες... Υπέροχο λίγο μικρό ταξίδι. Ταξιδάκι μου...Κόκκινο αερόστατο απ’ τα χέρια μου. Βαμβάκια από κόκκινα σύννεφα απλωμένα σε σχοινιά.Σου φοράω τα αστέρια στο λαιμό. Σου κρεμάω στην πλάτη το κόκκινο φεγγάρι. Σου πλέκω τα μαλλιά με παπαρούνες. Φεύγουμε.
Όσο μακριά μπορούμε. Όσο αντέχουμε την ανάσταση...


συνεχίζεται...